ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από τα χρόνια της αθωότητας στην εποχή της διαφθοράς

Του Νικου Χρυσολωρα

«Φιλετοφάγοι», «ύποπτες» προμήθειες, χαμένες ράβδοι χρυσού, πολιτικά υποκινούμενες δίκες, εξωθεσμικές εξυπηρετήσεις και μαζικοί διορισμοί «ημετέρων», κατευθυνόμενες εφημερίδες σε ρόλο πέμπτης φάλαγγας, ειδικά δικαστήρια... Οι καταγγελίες για διαφθορά, βάσιμες και μη, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Η ελληνική κοινωνία, όπως και κάθε άλλη, δεν απαρτίζεται από αγγέλους. Πέραν αυτού, όμως, η αθέμιτη συναλλαγή μεταξύ δημόσιων λειτουργών, επιχειρηματικών συμφερόντων, μέσων ενημέρωσης και πολιτών έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στη χώρα μας και λόγω της χρόνιας δυσλειτουργίας των θεσμών, από κτίσεως ελληνικού κράτους και μέχρι σήμερα.

Οπως εξηγεί ο καθηγητής Θάνος Βερέμης, «όταν το κράτος δεν λειτουργεί, οι υπήκοοί του βρίσκουν άλλους τρόπους για να επιβιώσουν. Καταφεύγουν στη βοήθεια της οικογένειας, των κουμπάρων, των συγγενών, των φίλων, των ημετέρων...». Εκσυγχρονιστικές προσπάθειες φυσικά έγιναν κατά καιρούς από τον Καποδίστρια, τους Βαυαρούς, τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο και άλλους. Πάντοτε όμως ακολουθούσαν παλινωδίες. Επειτα από κάθε χτίσιμο, ακολουθούσε το γκρέμισμα, με αποτέλεσμα οι βελτιώσεις να είναι τις περισσότερες φορές οριακές. Ετσι, η σχέση μεταξύ των εκπροσώπων της πολιτείας και των πολιτών ευτελιζόταν συχνά σε ανταλλαγή ψήφων για διορισμούς στο Δημόσιο.

Πελατειακές σχέσεις

Ωστόσο, παρατηρείται μία ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη μορφή της διαφθοράς που ευδοκιμούσε στην προδικτατορική Ελλάδα και σε εκείνη που γνωρίζουμε σήμερα. Μέχρι το 1967, η συναλλαγή εξαντλείτο κυρίως στις πελατειακές σχέσεις. Καταγγελίες για οικονομικά σκάνδαλα πάντοτε υπήρχαν βεβαίως, αλλά ο αριθμός τους ήταν πολύ πιο περιορισμένος από τον αντίστοιχο σημερινό. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να καλύψει αξιωματούχο του σε υπόθεση υπεξαίρεσης, με αποτέλεσμα να πληρώσει βαρύ πολιτικό τίμημα στις εκλογές του 1932.

Επίσης, το 1965, η Αριστερά, αλλά και συγκεκριμένη πτέρυγα της Ενωσης Κέντρου, άσκησε ασφυκτικές πιέσεις στον Γεώργιο Παπανδρέου να παραπέμψει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και άλλα στελέχη της ΕΡΕ στο ειδικό δικαστήριο, για υπόθεση προμηθειών της ΔΕΗ. Εντούτοις, όπως διηγείται στην «Κ» πρώην ηγετικό στέλεχος της νεολαίας της Ε.Κ., ο Παπανδρέου, με την υποστήριξη όσων βουλευτών του κόμματός του ήταν πιστοί, κατάφερε να αποτρέψει την παραπομπή, η οποία θα ενέτεινε ακόμη περισσότερο την πολιτική κρίση της εποχής. «Το αποτέλεσμα εμφανίζει ρήγμα στις τάξεις της Ενώσεως Κέντρου», ανέφερε προφητικά το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής», στις 18 Ιουνίου 1965. Τα προαναφερθέντα παραδείγματα πάντως δεν ήταν ο κανόνας, αφού για τους περισσότερους πολιτικούς της προδικτατορικής Ελλάδας δεν υπήρχε καμία σκιά παράνομου πλουτισμού: «Εως τη μεταπολίτευση, ποιος πολιτικός δεν πέθανε στην ψάθα; Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν είχε ανάγκη γιατί παντρεύτηκε πλούσια γυναίκα, ο Δηλιγιάννης πέθανε στην ψάθα, ο Τρικούπης το ίδιο, ο Παπαναστασίου επίσης, ο Πλαστήρας τιμιότατος, ο Γεώργιος Παπανδρέου ένα σπίτι είχε...», υπενθυμίζει ο Θάνος Βερέμης.

Ο «φιλετοφάγος»

Από τη δικτατορία και έπειτα όμως, η εικόνα αλλάζει. Ηδη τα πρώτα κρούσματα εμφανίζονται στη διάρκεια της χούντας: Για παράδειγμα, ο Μιχαήλ Μπαλόπουλος, ένας από τους συνταγματάρχες, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εμπορίου, έλαβε το προσωνύμιο «φιλετοφάγος» από τις εφημερίδες της εποχής, καθώς φερόταν να εμπλέκεται σε σκάνδαλο εισαγωγής αλλοιωμένων κρεάτων από το εξωτερικό, με το αζημίωτο φυσικά. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση από το καθεστώς του Ιωαννίδη, στο πλαίσιο των προσπαθειών εκκαθάρισης των «ανθρώπων του Παπαδόπουλου».

Με τη μεταπολίτευση, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά εκτροχιάστηκε πλήρως. Οι λόγοι ήταν εν μέρει συστημικοί: πρώτα απ' όλα, «ο ρόλος του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα ενισχύθηκε σημαντικά», όπως παρατηρεί ο καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας, Μιχάλης Ψαλιδόπουλος. Τα κοινοτικά κονδύλια αποτέλεσαν δέλεαρ για τους ούτως ή άλλους διεφθαρμένους λειτουργούς, οι οποίοι περιορίζονταν παλαιότερα στις εξυπηρετήσεις και το «βόλεμα» ημετέρων· οι ροές κεφαλαίων έγιναν πιο εύκολες και η Ελλάδα πιο εύπορη χώρα, με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν χιλιάδες ευκαιρίες για τους αετονύχηδες, ιδιαίτερα σε τομείς όπως ο τουρισμός, η οικοδομή, οι κατασκευές, τα δημόσια έργα και η άμυνα. Με άλλα λόγια, ο παράνομος πλουτισμός ήταν απλώς το επόμενο βήμα στην προδιαγεγραμμένη πορεία της «ανομικής» ελληνικής πολιτείας.

Σημαντικός παράγοντας ήταν και η διαρκώς φθίνουσα ποιότητα του πολιτικού κόσμου. Οι συγκρίσεις μεταξύ του Παπαναστασίου και της πρώτης βενιζελικής κυβέρνησης των αρίστων -από τη μία πλευρά- και του θλιβερού θεάματος των πολιτικών που συναγελάζονται με «αστέρες» δευτέρας διαλογής σε κοσμικές παραλίες, δίνει την απάντηση σε όσους ακόμη διερωτώνται πώς φτάσαμε εδώ...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ