ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Γαλλία επιστρέφει στις αποικίες της

Της Ρουμπινας Σπαθη

Ενώ συνεχίζονται οι αναταράξεις στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή και παρεισφρέουν νέες παράμετροι, όπως ο θάνατος του Οσάμα μπιν Λάντεν αλλά και του υιού Καντάφι, διαγράφεται σαφής ο αγώνας δρόμου στον οποίο έχουν αποδυθεί δυτικές και όχι μόνον χώρες για να διασφαλίσουν τα οικονομικά συμφέροντά τους στην περιοχή. Πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στο Πεκίνο και την Ουάσιγκτον εδώ και αρκετά χρόνια, η ευρύτερη περιοχή Αφρικής και Μέσης Ανατολής προσελκύει τώρα το έντονο ενδιαφέρον της άλλοτε αποικιοκρατικής Γαλλίας. Η απόπειρα, άλλωστε, της Τουρκίας να αναλάβει ρόλο μεσολαβητή στο υπό διαμόρφωση σκηνικό σχετίζεται με τις εκτεταμένες επενδύσεις που έχουν τουρκικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Η πρωτοβουλία που ανέλαβε η Γαλλία τόσο στην περίπτωση της Λιβύης όσο και στην άλλοτε αποικία της, την Ακτή Ελεφαντοστού, καταδεικνύει το μέγεθος του διακυβεύματος. Ενώ η κρίση χρέους εξακολουθεί να αποτελεί πρώτη μέριμνα της Ευρωζώνης, η Γαλλία έσπευσε αμέσως μετά την αλλαγή ηγεσίας στην Ακτή Ελεφαντοστού να υποσχεθεί την εκταμίευση ποσού ύψους 400 εκατ. ευρώ ως αρωγή στην πρώην αποικία της, ενώ οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης υποσχέθηκαν στον νέο πρόεδρο, Αλασάν Ουαταρά, ένα πακέτο ειδικής οικονομικής βοήθειας για την ανοικοδόμηση της χώρας. Παρά τις επίμονες διαψεύσεις της γαλλικής κυβέρνησης, ειδησεογραφικά πρακτορεία με το κύρος του Bloomberg απέδωσαν τη σύλληψη του πρώην προέδρου της χώρας, Λοράν Γκμπαγκμπό, κυρίως στα γαλλικά στρατεύματα και δευτερευόντως στους αντάρτες του αναγνωρισμένου από τη Δύση, Αλασάν Ουαταρά.

Μολονότι έχει απασχολήσει τα δυτικά ΜΜΕ πολύ λιγότερο από τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, η Ακτή Ελεφαντοστού δεν είναι απλώς μια ακόμη αφρικανική χώρα που αιματοκυλίσθηκε από έναν πολύμηνο εμφύλιο. Είναι μια ακόμη σκηνή στο θέατρο του οικονομικού ανταγωνισμού για τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της μαύρης ηπείρου. Πέραν του ότι διαθέτει υπέδαφος πλούσιο σε πετρέλαιο, χρυσό, βαρέα μέταλλα και καουτσούκ, είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο σε παραγωγή κακάο. Αντιπροσωπεύει, έτσι, το 40% της παγκόσμιας παραγωγής της πολύτιμης αυτής πρώτης ύλης, ενός εμπορεύματος του οποίου οι τιμές έχουν υπερπενταπλασιασθεί μέσα στα τελευταία 10 χρόνια και σημειώνουν διαρκώς νέα ρεκόρ το τελευταίο έτος. Γι' αυτό και φιλοξενεί, μεταξύ άλλων, τέσσερις πολυεθνικούς κολοσσούς του κλάδου, τις αμερικανικές εταιρείες ADM και Cargill, τη γαλλική Cemol και την ελβετική Barry Cellebaut, που απορροφούν ουσιαστικά όλη την παραγωγή κακάο της χώρας την οποία και μετατρέπουν σε σοκολάτα σε χώρες της Δύσης.

Προτού αναλάβουν οι γαλλικές δυνάμεις την πρωτοβουλία να συλλάβουν τον Γκμπαγκμπό, οι γνωστές (κατά την Goldman Sachs) ως χώρες BRIC ήταν οι μόνες που αμφισβήτησαν την ορθότητα των κυρώσεων τις οποίες επέβαλε κατά της Ακτής Ελεφαντοστού το Συμβούλιο Ασφαλείας μετά τις επίμονες πιέσεις της Γαλλίας. Ηταν, άλλωστε, ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, που αμφισβήτησε τη νομιμότητα των επιθέσεων κατά της χώρας και εξέφρασε την εκτίμηση πως οι ειρηνευτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών στην Ακτή Ελεφαντοστού υπερέβησαν τα καθήκοντά τους και πήραν ενεργά μέρος στη διαμάχη. Η στάση τους εξηγείται από τις εμπορικές τους σχέσεις με τον ηττημένο πλέον και ταπεινωμένο πρώην πρόεδρο και μέχρι προσφάτως μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Λοράν Γκμπαγκμπό. Αντιδρώντας στην απομόνωση που του είχε επιβάλει η διεθνής κοινότητα μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου και την άρνησή του να παραχωρήσει την εξουσία στον νικητή των εκλογών Αλασάν Ουαταρά, ο Γκμπαγκμπό είχε αφ' ενός ανοίξει την οικονομία της χώρας του στις χώρες BRIC και αφ' ετέρου αποφάσισε στις αρχές Μαρτίου να κρατικοποιήσει την παραγωγή και τις εξαγωγές του κακάο προκαλώντας, έτσι, την οργή των δυτικών χωρών. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για καμία σοσιαλιστικής εμπνεύσεως επιλογή παρά για μια τακτική επιβίωσης, καθώς ο Γκμπαγκμπό χρησιμοποιούσε τους φόρους από το κακάο για να χρηματοδοτεί τους ένοπλους υποστηρικτές του και την πολιτική του πελατεία, που δεν ήταν άλλη από τους υπαλλήλους του κράτους.

Οι οικονομικές κυρώσεις στις οποίες είχε επιμείνει η Γαλλία, επεβλήθησαν τελικά, με κύρια το εμπάργκο στις εξαγωγές κακάο που μαζί με τις εξαγωγές καφέ αντιπροσωπεύουν το 40% των εξαγωγών της χώρας και περί το 1/5 του εθνικού της εισοδήματος. Επληξαν, έτσι, τις βιομηχανίες της χώρας, αλλά ήρθησαν αυτομάτως μόλις υπέβαλε το σχετικό αίτημα ο νέος πρόεδρος, Αλασάν Ουαταρά, προτού ακόμη συλληφθεί ο Γκμπαγκμπό και επομένως προτού αναλάβει και επισήμως τα ηνία της χώρας. Ο Ουαταρά χαίρει της γενικής υποστήριξης των δυτικών χωρών καθώς αν και ισλαμιστής είναι δυτικότροπος και έχει διατελέσει εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Χαίρει, όμως, ιδιαιτέρως της στήριξης της Γαλλίας. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ακτής Ελεφαντοστού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 υπό τον τότε πρόεδρο Φελίξ Ουφουέ Μπουανί και υπό την ιδιότητά του αυτή προχώρησε τότε σε μια σειρά ιδιωτικοποιήσεων εταιρειών κοινής ωφελείας της Ακτής Ελεφαντοστού, τις οποίες εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να ελέγχουν γαλλικές εταιρείες. Τις εταιρείες ύδρευσης και ηλεκτροδότησης της Ακτής Ελεφαντοστού εξαγόρασε μάλιστα ο Μαρτέν Μουιγκς, προσωπικός φίλος του Νικολά Σαρκοζί. Εξ ου και το κεντρικό επιχείρημα που χρησιμοποιούσε εναντίον του προεκλογικά ο Γκμπαγκμπό χαρακτηρίζοντάς τον Ουαταρά εργαλείο των γαλλικών συμφερόντων. Ο ίδιος ο Ουαταρά, άλλωστε, δεν προσπαθεί να κρυφτεί και παραδέχεται δημοσίως πως ο Γάλλος πρόεδρος είναι φίλος του εδώ και πολλά χρόνια.

Αμεση «επέμβαση»

Η Γαλλία έσπευσε να διασφαλίσει τα οικονομικά της συμφέροντα στην Αφρική και την παρουσία των γαλλικών επιχειρήσεων στον ευρύτερο αραβικό κόσμο αμέσως μετά την παραίτηση Μουμπάρακ στην Αίγυπτο. Ο υφυπουργός Εξωτερικού Εμπορίου, Πιερ Λελούς, επισκέφθηκε τον Μάρτιο τόσο την Τυνησία όσο και την Αίγυπτο, συνοδευόμενος από εκπροσώπους περίπου 20 γαλλικών επιχειρήσεων και μια αντιπροσωπεία της Medef, της ένωσης γαλλικών βιομηχανιών. Στη συνέχεια κάλεσε τους εκπροσώπους όσων γαλλικών επιχειρήσεων έχουν παρουσία σε αραβικές χώρες σε συνέδριο που διοργάνωσε στο Μπερσί, στο πλαίσιο του οποίου τους συνέστησε να παραμείνουν στις χώρες αυτές καθώς η Γαλλία θα διατηρήσει τους ίδιους στενούς δεσμούς που είχε ώς τώρα με τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο και τις χώρες της Αφρικής. Μετά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο, άλλωστε, παραχώρησε συνέντευξη στη φίλα προσκείμενη στη γαλλική κυβέρνηση εφημερίδα Le Figaro, στο πλαίσιο της οποίας τόνισε πως η Γαλλία «δεν φοβάται την καινούργια Αίγυπτο και το διαμηνύει όχι μόνον στην αιγυπτιακή κυβέρνηση αλλά και στους Γάλλους επενδυτές, πως όχι μόνον θα διατηρήσει τους δεσμούς της με αυτήν αλλά και θα τους ενισχύσει περαιτέρω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ