ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η αληθινή ιστορία του ληστή Κόλχαας

Του Δημητρη Χρυσου Τομαρα

ΧΑΪΝΡΙΧ ΦΟΝ ΚΛΑΪΣΤ

Μίχαελ Κόλχαας

μτφρ.: Θόδωρος Παρασκευόπουλος

εκδ. Ερατώ

Πρώτα οφείλουμε δυο λόγια για την ιστορία. Ο Μίχαελ Κόλχαας, λοιπόν, ήταν ένας άνθρωπος που η αίσθηση του δικαίου τον έκανε ληστή και φονιά. Αυτό ο Κλάιστ μάς το λέει από την αρχή. Αρχικά ήταν ο έντιμος, φιλάνθρωπος και ειρηνικός αλογέμπορας Κόλχαας, που ζούσε στις όχθες του ποταμού Χάβελ. Κάποτε όμως η γαλήνια ζωή του διαταράχτηκε από την παράφορη αδικία των χωροδεσποτικών προνομίων του νεαρού άρχοντα Βέντσελ φον Τρόνκα, ο οποίος άσκησε την εξουσία του επάνω στον Κόλχαας άμετρα και προσβλητικά. Το κράτος δεν δικαιώνει τον Κόλχαας, διότι ο νεαρός άρχοντας είναι πολύ ισχυρός. Οι συνέπειες αυτής της αδικίας συσσωρεύονται με τη μορφή συμφορών, ενώ παράλληλα η συνείδηση του αλογέμπορά μας μοιάζει με απειλητικό καμίνι έτοιμο να εκραγεί. Τότε η βούλησή του τον οδηγεί σε αποφάσεις που αλλάζουν τη ζωή του δραματικά: Ο φιλήσυχος έμπορος του Βραδεμβούργου Μίχαελ Κόλχαας είναι πια ο τρομερός ληστής Κόλχαας, που για να δικαιωθεί αδράχνει το σπαθί και νικά τον στρατό του Ηγεμόνα Εκλέκτορα της Σαξονίας. Αλίμονο. Η στιγμή που τελικά θα δικαιωθεί από τον νόμο των ανθρώπων είναι και η στιγμή που συναντά τον δημιουργό του κάτω από το ικρίωμα.

Αυτή είναι πάνω κάτω και η αληθινή ιστορία του ληστή του Βραδεμβούργου του 16ου αιώνα, Χανς Κολχάζε, στην οποία βασίστηκε ο Κλάιστ. Ομως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα που μιλά για ξίφη, ιπποτικά ήθη, μεγαλόχαρους βασιλιάδες και ηρωικές πράξεις. Στην πραγματικότητα, ο Κλάιστ χαρίζει στον κόσμο μερικές από τις συγκλονιστικότερες σελίδες που έχουν γραφεί ποτέ στα γερμανικά γράμματα, και με αυτήν αλλά και με τις υπόλοιπες επτά νουβέλες του, ανοίγοντας κυριολεκτικά τον δρόμο στο μοντέρνο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Ο τρόπος είναι, θαρρείς, μια ανελέητη δίψα για προσωπική ελευθερία, τρόπος που πιθανώς βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία με τον Δον Κιχώτη ή τον Μονταίνιο. Υπάρχει, θέλουμε να πούμε, στον Κλάιστ μια προσήλωση στη δύναμη της φωνής του ενός. Ετσι εδώ, για παράδειγμα, ο Μίχαελ Κόλχαας επιλέγει εντελώς συνειδητά την ανοικτή σύγκρουση με το ίδιο το κράτος, αμφισβητεί την εξουσία του κράτους επάνω στον ίδιο και στο τέλος συνθλίβεται από αυτό. Στη σύγκρουση, δε, αυτή στέκεται ανυποχώρητος και ακέραιος μέχρι τέλους, με μόνη έγνοια την κρίση του Θεού. Η καρδιά του είναι πράγματι ανοιχτή στον Θεό, και με ακριβώς αυτή την ανοιχτοσύνη είναι που θα έλεγες πως συνομιλεί το φοβερό ατομικό του πάθος, η δίψα του για αληθινή δικαίωση.

Στεκόμαστε σε δύο κομμάτια του βιβλίου, προς επιβεβαίωση των παραπάνω: Πρώτον, η τρομερή επιστολή που στέλνει ο Μαρτίνος Λούθηρος στον Κόλχαας (πιστεύεις, αμαρτωλέ, ότι με αυτά θα σταθείς κάποτε ενώπιον του Θεού, την ημέρα που το φως της θα λάμψει σε κάθε φυλλοκάρδι;) και έπειτα η κατ' ιδίαν συνάντηση των δύο αντρών. Δεύτερον, η δαιμονική παρείσφρηση στην ιστορία μιας γριάς μάγισσας, η οποία κατέχει ένα τόσο σημαντικό μυστικό, που δίνει το πάτημα στον Κλάιστ να κλείσει με αυτό το έργο και συγχρόνως να ανοίξει τη συζήτηση της θεματικής του προς τον χώρο της μαγείας και του ανερμήνευτου.

Πέρα όμως από τα όποια ορόσημα του βιβλίου, ο σύγχρονος αναγνώστης θα βρεθεί ενώπιον ενός εξαιρετικά οργανωμένου κειμένου, παρασυρμένος σε μια ανάγνωση δίχως ανάσα, υπό την επήρεια του, αν μας επιτρέπεται, απόκρημνου ύφους του Κλάιστ. Γι' αυτό θα μένουμε πάντα σαστισμένοι, πάντα αποστομωμένοι από τη δεινότητα μιας γραφής που στοχεύει διαρκώς στο κέντρο της, ποτέ δεν υπεκφεύγει, ποτέ δεν γκρινιάζει, δηλώνει δίχως να εξηγεί. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στον Κάφκα, ο οποίος υπολόγιζε πως είχε διαβάσει το κείμενο δέκα φορές («το ένα θάμβος με καταλαμβάνει μετά το άλλο»), ενώ επίσης έγραψε πως αν δεν υστερούσε το τέλος της, όπως πίστευε, «θα ήταν κάτι τέλειο, εκείνο το τέλειο, για το οποίο μ' αρέσει να ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει».

Και φέρνοντας στον νου τον Κάφκα, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη σκέψη πως εντέλει ο Μίχαελ Κόλχαας είναι ένας άνθρωπος με μια φανατισμένη εμμονή, την εμμονή για δικαιοσύνη. Πώς γίνεται να μην τον αγαπήσουμε; Και, πάλι, πώς γίνεται να μην αγαπήσουμε αυτό τον συγγραφέα, τον συγγραφέα των Μαριονεττών (Αγρα, 1982) ή, ας πούμε, των τεσσάρων άλλων νουβελών που έχουμε στα ελληνικά; (Αγρα, 1985) ή των θεατρικών του; Εναν συγγραφέα που η αυτοκτονία του υπήρξε από τις πιο θρυλικές στην ιστορία των γραμμάτων, και για τη χάρη του οποίου γράφτηκε μία από τις συγκλονιστικότερες ερωτικές επιστολές που έχουμε ποτέ διαβάσει, από την αγαπημένη του Χένριετ Φόγκελ.

Έντυπη