ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέοι και ανεργία σε περιόδους ύφεσης

Της Βενετιας Κουσια*

Με την αυξανόμενη ανεργία των νέων (15-24 ετών) σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες (κυρίως του ΟΟΣΑ) και με τη συνεχιζόμενη ύφεση στην οικονομία, έγκυροι ερευνητικοί οργανισμοί έχουν εκπονήσει σειρά μελετών ανά χώρα για τον εντοπισμό των κύριων διαρθρωτικών ζητημάτων που κάνουν την κατάσταση ακόμη δυσκολότερη ή που επιδέχονται αλλαγές, ώστε να υπάρξει βελτίωση. Αυτήν τη στιγμή, οι αλλαγές δεν αφορούν τις αγορές, όπως έχουμε συνηθίσει, αλλά τις κυβερνήσεις, μια και αυτές μόνο μπορούν να τροποποιήσουν τις δομές.

Βραχυπρόθεσμα, και ως πρώτη γραμμή άμυνας, οι κυβερνήσεις πρέπει να υποστηρίζουν το εισόδημα όσων αναζητούν εργασία, προκειμένου αυτοί να συνεχίσουν την αναζήτησή τους. Με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, και ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη που λαμβάνουν, τα ίδια τα άτομα θα πρέπει να συμμετέχουν ΕΝΕΡΓΑ στην αναζήτηση εργασίας (άρα, θα πρέπει να τους δίνονται τέτοιες ευκαιρίες) και παράλληλα θα πρέπει να συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα, ώστε να βελτιώσουν τα προσόντα τους και να είναι έτοιμα να βρουν μια δουλειά μόλις ανακάμψει η οικονομία.

Λέγοντας αυτό, οι κυβερνήσεις δεν θα πρέπει να ξεχνούν ότι πολιτικές που πρεσβεύουν «πρώτα την απόκτηση ικανότητας και κατόπιν την εργασία» δεν έχουν να υπερηφανευτούν για πολλές επιτυχίες. Κάτι που γίνεται ακόμη δυσκολότερο σε οξείες καταστάσεις ύφεσης. Η οδός που υπόσχεται περισσότερα -ειδικά για νέους με χαμηλά προσόντα- είναι η συνδυασμένη μάθηση με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Αυτά τα προγράμματα παράλληλης μαθητείας, αφενός, εξασφαλίζουν τη μετάβαση στην απασχόληση και, αφετέρου, μειώνουν το εργοδοτικό κόστος, το οποίο αποζημιώνεται μέσα από τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Σε περιπτώσεις ύφεσης, που οι εργοδότες απολύουν τους μαθητευόμενους, το κράτος μπορεί να συνεχίσει τη μαθητεία τους. Επίσης, οι εργοδότες πρέπει να ενισχύονται οικονομικά προκειμένου να προσλαμβάνουν τους μαθητευόμενους εργαζόμενους που είχαν στο παρελθόν σε μια πιο «μόνιμη» βάση, με τη λήξη του κύκλου μαθητείας τους.

Η κρίση μπορεί να είναι μια σπουδαία ευκαιρία να δούμε ξανά τη μετάβαση από το σχολείο στην απασχόληση, καθώς και την ανάγκη παροχής αναγνωρισμένων και αξιόπιστων προσόντων στους νέους. Επίσης, περισσότερη προσοχή χρειάζεται να δοθεί στο ανησυχητικά αυξανόμενο φαινόμενο της εγκατάλειψης του σχολείου, με τον σχεδιασμό προγραμμάτων που βοηθούν τους νέους να παραμείνουν ή να επανακάμψουν (και όχι να τιμωρηθούν), ώστε να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ίσως και παράλληλα με την εργασία τους. Τέλος, αν θέλουμε η προσωρινή απασχόληση να αποτελέσει εφαλτήριο για την ένταξη ακόμη περισσότερων νέων στην αγορά εργασίας, θα πρέπει οι κυβερνήσεις να μειώσουν τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις ρυθμίσεις για την προσωρινή απασχόληση και την απασχόληση με ανοικτό συμβόλαιο ή μόνιμη, όπως κακώς συνηθίζαμε να τη λέμε, διότι μόνιμη απασχόληση δεν είναι καμία. Βέβαια, όσο σημαντική είναι η εξασφάλιση της ομαλής μετάβασης από την εκπαίδευση στην επαγγελματική σταδιοδρομία, εξ ίσου σημαντική υπόθεση είναι και η μείωση του εργοδοτικού κόστους, ειδικά για τους νέους με χαμηλά προσόντα στη νέα τους δουλειά.

Στη συζήτησή μας για τις ενεργές πολιτικές απασχόλησης, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η θεωρία της σχετικότητας ισχύει και για την αγορά εργασίας. Αυτό σημαίνει πρακτικά τρία πράγματα:

- Διαφορετικές προσπάθειες πρέπει να γίνονται σε καιρούς ύφεσης απ' ό,τι σε καιρούς ανάπτυξης.

- Τα αποτελέσματα των προγραμμάτων, ιδιαίτερα αυτών που σκοπός τους είναι η μακροπρόθεσμη παρέμβαση, απαιτούν χρόνο για να γίνουν ορατά, συχνά ευθέως ανάλογο με τη διάρκειά τους.

- Τα στοχευμένα προγράμματα είναι πιο αποτελεσματικά από τα γενικότερα. Βεβαίως, είναι δυσκολότερο να σχεδιαστούν και, κυρίως, να εφαρμοστούν, γιατί χρειάζεται συντονισμός ετερόκλητων ομάδων (κυβερνητικών και μη φορέων, ιδιωτικού τομέα κ.λπ.), ώστε να αποσαφηνιστούν οι στόχοι, να γίνουν αποδεκτοί από όλους και όλοι να ενωθούν για την επίτευξή τους.

Σε ό,τι αφορά το κόστος των ενεργών πολιτικών απασχόλησης, άλλες είναι περισσότερο και άλλες λιγότερο κοστοβόρες, βασικό κριτήριο όμως για την επιλογή τους θα πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό είναι χρήσιμο να ανατρέξουμε και να διδαχθούμε από μοντέλα που έχουν φέρει αποτέλεσμα και να δούμε πώς τα προσαρμόζουμε στο σήμερα:

- Η παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης στους νέους κατά το στάδιο αναζήτησης εργασίας αποδεδειγμένα αυξάνει τις πιθανότητες ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας κατά τουλάχιστον 20%, ενώ το κόστος της είναι χαμηλό. Πολλοί θα ισχυριστούν πως τέτοιες πρακτικές ταιριάζουν περισσότερο σε καιρούς άνθησης της οικονομίας. Διατηρώ τις αμφιβολίες μου όταν τη στιγμή αυτή υπάρχουν στην Ευρώπη τουλάχιστον 22 εκατομμύρια άνεργοι και παράλληλα 4 εκατομμύρια κενές θέσεις εργασίας.

- Οι λεγόμενες «ολοκληρωμένες» ή «καθετοποιημένες» παρεμβάσεις συνδυάζουν την εκπαίδευση, την υποστήριξη της αυτοαπασχόλησης, τη χρηματοδότηση μέρους του εργοδοτικού κόστους, τη συμβουλευτική, την καθοδήγηση κ.λπ. Εχουν μακρά ιστορία στις ανεπτυγμένες χώρες και κυρίως στις ΗΠΑ. Στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη έχουν σημαντικές επιτυχίες, με το New Deal for Young People να είναι από τα πιο αποτελεσματικά προγράμματα του είδους. Ξεκίνησε το 1998, στη Μ. Βρετανία, και έκτοτε εφαρμόζεται με τροποποιήσεις, ώστε να μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα και υπό τις παρούσες συνθήκες.

- Οι ενεργές πολιτικές απασχόλησης με εκπαιδευτικό περιεχόμενο πρέπει, για να είναι επιτυχημένες, να συνδυάζουν οπωσδήποτε εκπαίδευση με εργασία (on the job training).

- Οι ενεργές πολιτικές απασχόλησης πρέπει να λαμβάνουν υπ' όψιν τους τον ρόλο των διαφόρων κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας και τη μετακίνηση του ενδιαφέροντος από τον έναν κλάδο σε έναν άλλο. Είναι πολύ πιο αποδοτικό να μετακινηθεί ο ενεργός πληθυσμός (sector migrants) από κάποιους φθίνοντες τομείς σε κάποιους άλλους, παρά να επιδοτούνται κάποιες υποπαραγωγικές εταιρείες ή οργανισμοί.

Η συμμετοχή όλων των κοινωνικών εταίρων θα βοηθήσει στην αύξηση της αποδοτικότητας των προγραμμάτων. Αυτό είναι κοινός τόπος. Κατά τον σχεδιασμό, αλλά και την εφαρμογή αυτών των προγραμμάτων, χρειάζεται η ουσιαστική συμβολή και στήριξη των εκπροσώπων και των εργαζομένων και των εργοδοτών. Ετσι, επιτυγχάνεται η δέσμευση από μέρους τους για την επιτυχία αυτών των προγραμμάτων. Παράλληλα, η συμμετοχή εκπροσώπων των εργοδοτών συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας και της καταλληλότητας των προγραμμάτων, ενώ η συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι συνθήκες εργασίας των συμμετεχόντων παραμένουν αξιοπρεπείς σε βάθος χρόνου.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση, αντιλαμβανόμενη τη σημασία της συνεργασίας, έχει περιλάβει στη συνθήκη Europe 2020 (που είναι η συνέχεια της συνθήκης της Λισσαβώνας) τη στρατηγική πρωτοβουλία PARES (Partnership between Employment Services), που αφορά την προώθηση της απασχολησιμότητας και τη μείωση της ανεργίας, με τις συνδυασμένες προσπάθειες όλων των κοινωνικών εταίρων.

Το 2012 έχει ήδη ξεκινήσει, ας ξεκινήσουμε κι εμείς να αντιμετωπίζουμε θέματα όπως η ανεργία των νέων συνεργατικά, και όχι κατά μόνας.

* Η δρ Βενετία Κουσία είναι Managing Director της ManpowerGroup και μέλος της Επιτροπής Ασφαλιστικών και Εργασιακών Θεμάτων του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ