ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Αρωμα από την επαναστατική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’60 στο Παρίσι

Του Δημητρη-Χρυσου Τομαρα

Jean-Michel Guenassia

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

μετ.: Φωτεινή Βλαχοπούλου

εκδ. Πόλις, 2011

Ενα μικρό αγόρι, ο Μισέλ Μαρινί, μεγαλώνει στο Παρίσι τη δεκαετία του '60. Ακούει μανιασμένα ροκ-εν-ρολ, αλητεύει, καταβροχθίζει το ένα μυθιστόρημα μετά το άλλο -ακόμη και περπατώντας-, κατατροπώνει αλλεπάλληλους αντιπάλους στο ποδοσφαιράκι, μυσταγωγεί στις σκοτεινές αίθουσες της Σινεματέκ, πιάνει φιλίες, ακούει για την επανάσταση και την Αριστερά, κοκκινίζει από ένα φιλί. Μαθαίνει τη ζωή. Αντιλαμβάνεται τις ταξικές αντιθέσεις μέσα στην ίδια του την οικογένειά και προοδευτικά βυθίζεται σε έναν περιπετειώδη ιστό γεγονότων, βαθιά παρισινό, που περιλαμβάνει τον Σαρτρ, τον Ζοζέφ Κεσέλ, δύο μεγάλους έρωτες, τον πόλεμο, τον θάνατο, την απώλεια, τη διάψευση, καθώς και την ανθρώπινη οδύσσεια που επέφεραν οι μεγάλες ανακατατάξεις του εικοστού αιώνα.

Είναι η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και εκείνου της Αλγερίας. Στο Παρίσι συρρέουν πρόσφυγες από τα κομμουνιστικά κράτη, άνθρωποι που για διάφορους λόγους εγκαταλείπουν και αυτομολούν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα των χωρών τους για να φτάσουν στη Γαλλία δίχως χρήματα, δίχως φίλους και με τις οικογένειές τους πίσω. Πρόσωπα διχασμένα από την Ιστορία, καλούνται να ζήσουν μια νέα ζωή, να ξαναμάθουν τη ζωή από την αρχή, προσδιορίζοντας τον εαυτό τους εκ νέου μέσα σε έναν άλλο πολιτισμό. Ετσι ο Μισέλ γνωρίζει στην πίσω αίθουσα του μπιστρό «Balto» έναν ολόκληρο κόσμο από απίστευτους τέτοιους χαρακτήρες, μέλη μιας σκακιστικής λέσχης. Παίζουν σιωπηλοί, ενώ γύρω τους συνομολογείται ο κοινός νόστος, η χαμένη για πάντα ζωή που υπάρχει μόνο μέσα στη μνήμη. Είναι, μεταξύ άλλων, ο Ιγκόρ, ο Τίμπορ, ο Λεονίντ, αλλά και ο Γρηγόρης Πέτρουλας. Γιατροί, ηθοποιοί, πρώην διπλωμάτες, ήρωες των σοβιετικών αιθέρων, συγγραφείς, ερωτευμένοι, ταξιτζήδες, όλοι τους ανήκουν σε ένα «κλαμπ της ζωής», όπου ενώ οι θαμώνες του έχουν πτυχία που δεν αναγνωρίζονται στη Δύση, εκείνο συνεχίζει να υπάρχει σχεδόν μυστικά, με όπλο τη μέθη, τον χορό, τη σιωπή, τον καβγά, το μυστικό και, κυρίως, τις αναμνήσεις. Οι θαμώνες του είναι αισιόδοξοι γιατί καταστράφηκαν και όμως επιμένουν με ορμή, γιατί ζουν το παρόν: Δεν θέλουμε να σ' αποθαρρύνουμε Μισέλ. Στην ηλικία σου πρέπει να μάθεις να εκτιμάς την κάθε στιγμή. Τα χειρότερα έπονται. Μπροστά σ' αυτά που σε περιμένουν, το παρόν είναι υπέροχο.

Εχοντας βιώσει τις ασύλληπτες στρεβλώσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, ταξιδεύοντας στην Ιστορία και έχοντάς την ζήσει μέχρι το μεδούλι, είναι σκληροί, μπαρουτοκαπνισμένοι, κεραυνοβόλοι, ευθύβολοι, με συνέπεια να γοητεύσουν αμέσως τον μικρό μας ήρωα, ο οποίος γίνεται φίλος τους. Δεσμοί συντροφικότητας διαπερνούν ολόκληρο το βιβλίο. Εντονοι και ουσιαστικοί, αποτελούν ισχυρό πυρήνα γύρω από τον οποίο συγκροτείται η αφήγηση. Στηριγμένοι στη βιωματική εμπειρία, αλλά και σε φοβερές πληγές, είναι ανθεκτικοί ακόμη και στις μεγαλύτερες εσωτερικές έχθρες της Λέσχης, όπως είναι εκείνες μεταξύ των «νοσταλγών» και των «απαρνητών» του σοσιαλισμού. Και μόνο όταν έρθει το συγκλονιστικό φινάλε θα αποκαλυφτεί το βάθος των ρωγμών του παρελθόντος τους, το ώς πού φτάνει η οδύνη ενός ερμητικά σφραγισμένου μυστικού.

Ετσι, ο συνταρακτικός βίος του κάθε ένα από τους θαμώνες της λέσχης -όλοι τους μυστηριώδεις μορφές με σφοδρές προσωπικές διηγήσεις-, σημαδεύει την πορεία του έφηβου Μισέλ προς τη δύσκολη ενηλικίωση. Αυτοί οι δύο κόσμοι συνυφαίνονται για να συμπεριλάβουν σχεδόν τα πάντα: Το παρελθόν της ανατολικής Ευρώπης, τον ιδεαλισμό, τη γαλλική φιλοσοφία, τις εκρήξεις στην Αλγερία και τη φιγούρα του Σαρτρ, καθώς γράφει ένα σημείωμα για τον θάνατο του Καμύ. Ο Guenassia (γεννημένος στο Αλγέρι το 1950 και δικηγόρος στο επάγγελμα) στην ουσία φτιάχνει τον πίνακα της εποχής, με κεντρικό θέμα την προδοσία των ανθρώπων από τα ιδανικά τους.

Αν και το δυνατό αυτό βιβλίο (βραβείο Γκονκούρ από τους μαθητές των γαλλικών λυκείων και μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γαλλία) δεν διεκδικεί δάφνες μιας «υψηλής» λογοτεχνικής γλώσσας, την ίδια στιγμή κατορθώνει να προκαλεί συγκίνηση, εξαιτίας κυρίως της ικανότητας του Guenassia να πλέκει τη μία ιστορία μέσα στην άλλη δημιουργώντας με συνέπεια μια κουρδισμένη στην εντέλεια μυθιστορηματική εικόνα. Η ένταση, δε, ενός αμείωτου πεζογραφικού ρυθμού, έχει ως αποτέλεσμα οι 693 σελίδες του να διαβάζονται απνευστί.

Έντυπη