Της Ελενης Μπιστικα

«Μάνος Χατζιδάκις: 16 χρόνια χωρίς...»

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ομνύομαι ότι δεν θα πούμε πάλι τα ίδια, τα γνωστά, αλλά η επανάληψη, λες και τον φέρνει πάλι κοντά μας, να μας κοιτά ντροπαλά, όπως τότε, Αύγουστος 1991, που μπήκε στη βάρκα με κύμα για να πάει στο νησάκι Ρω να σταθεί στο μνήμα της Κυράς της Ρω που πολύ τη θαύμαζε. Το να ζεις για να σηκώνεις κάθε ανατολή της μέρας τη σημαία της πατρίδας σου, να χαιρετά απέναντι τη Μικρασιατική ακτή και τα βουνά της Ανατολής, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση «είναι υπουργείο» είχε πει. Ηταν μαζί η Μανουέλα Παυλίδου που ξέρει τα πάντα για τη Μελίνα, τον Ντασσέν, τον Μάνο Χατζιδάκι, αλλά δεν γράφει. Τη φθάνει που τα έζησε, που ήταν εκεί, μορφή μεγαλείου που δεν την έχουμε, οι γραφιάδες. Είχε έρθει να παίξει για τους στρατευμένους φρουρούς του ακριτικού Καστελλόριζου όπως και έγινε, με την πανσέληνο του Αυγούστου. Μαζί του η Νάνα Μούσχουρη, ο Ηλίας Λιούγκος, οι μουσικοί της Ορχήστρας του. Στο πλάτωμα κάτω στο Κορδόνι, δίπλα στη θάλασσα με τα καΐκια μπήκαν οι καρέκλες, ήρθαν τα παιδιά με τη στολή παραλλαγής και Ροδίτες από απέναντι. Οι Καστελλοριζιοί, δύσπιστοι από φόβο για τον βράχο τους, τελευταίο ακροπύργιο της Ευρώπης, έμειναν στα γύρω καφενεία. Βγήκαν στις πόρτες τους οι Καστελλοριζιές και άκουγαν κι αυτές από μακριά. Σηκώθηκε αέρας, πουνέντες, πήρε τις παρτιτούρες, τα μαλλιά, το λευκό φόρεμα της Νάνας. Απτόητος, με την πουκαμίσα του να ανεμίζει, ο Μάνος Χατζιδάκις διηύθυνε και στο τέλος, στην υπόκλιση, είπε εκείνο το αξέχαστο: «Ξέρει ο άνεμος τι κάνει. Πήρε τα τραγούδια μας, να τα πάει απέναντι, εκεί που ανήκουν...». Τέτοιες στιγμές που, για τον Χατζιδάκι δεν μετρούσαν -ό,τι έκανε, είχε να κάνει με τη μουσική και τον πολιτισμό, γιατί ο ίδιος ήταν σημαντικός. Εμείς τις κρατάμε σφιχτά, στη φούχτα μας. Μυστικό κομπολόγι μιας ζωής, μοιρασμένης σε γραφτά δεκαετιών, οι στιγμές - χάντρες έρχονται και ξανάρχονται, κάθε Ιούνιο με την πνιγηρή ζέστη της νύχτας του. Στον «Ευαγγελισμό» μετέφεραν τη σορό του από το σπίτι του, της Ρηγίλλης, οι γιατροί, ο γιος του Γιώργος Χατζιδάκις - Θεοφανόπουλος.

Ενας νέος που νοσηλευόταν στον δέκατο όροφο και ήταν φίλος του, είπε στη μητέρα του: «Πήγαινε κάτω, δεν του άρεσε να 'ναι μόνος του». Δεν ήταν μόνος του. Εξω από την κλειστή πόρτα του υπογείου που βγάζει κατευθείαν στον Αχέροντα, στον ξύλινο πάγκο καθόταν με το κεφάλι σκυφτό, ο Γιώργος Λεφεντάριος. Το πρωί, διακριτικά, έφυγε. Εκεί, στην απόλυτη ησυχία, στον στενό διάδρομο χώρεσαν αστροφώτιστες νύχτες, στη Ρωμαϊκή Αγορά, στα Ανώγεια, στην Κέρκυρα, η «Οδός Ονείρων», οι κουβέντες στον «Μαγεμένο Αυλό», οι μουσικές του. Για την τελευταία κατοικία του, επέλεξε την Παιανία, το νεκροταφείο του χωριού. Δίπλα στη μητέρα του, με τον Υμηττό φύλακα - άγγελο. Εζησε και δημιούργησε κι άφησε πίσω του τα πετράδια της μουσικής του, το δικό του παράδειγμα. Για όσους βρέθηκαν, περαστικοί στον δρόμο του, είναι μια ανταμοιβή ατίμητη που την μετράνε, ξανά και ξανά κάθε 15 Ιουνίου...

Συναυλία - αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι στο Μέγαρο Μουσικής

Θα τον θυμηθούμε το Σάββατο 19 Ιουνίου, ώρα 21.00, όπως θα 'θελε εκείνος, με τη μουσική, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων που διευθύνει ο Μίλτος Λογιάδης - η δική του ανακάλυψη και επιλογή. «Μάνος Χατζιδάκις: 16 χρόνια μετά...» ο τίτλος του αφιερώματος. Στο πρώτο μέρος: Franz Schubert: «Ημιτελής συμφωνία», Frank Martin: «Μπαλάντα για πιάνο και Ορχήστρα». Σολίστ Ελενα Χριστοδούλου. Στο δεύτερο μέρος: Μάνος Χατζιδάκις: «Το χαμόγελο της Τζοκόντα».

Έντυπη