Του Βασιλη Π. Τζεβελεκου*

Η υπόθεση του Διστόμου στο Διεθνές Δικαστήριο

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Παρακάμπτοντας την αρχή της ετεροδικίας, το 1997, το πρωτοδικείο Λιβαδειάς καταδίκασε το γερμανικό Δημόσιο στην αποζημίωση των συγγενών θυμάτων της σφαγής του Διστόμου. Η απόφαση ουδέποτε εκτελέστηκε, καθώς δικονομικά προαπαιτείτο άδεια του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ορθώς, κατά τη γνώμη μου, αυτή δεν εδόθη. Το 2002, κρίνοντας επί παρεμφερούς υποθέσεως, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έθεσε τροχοπέδη στη νομολογία τύπου Διστόμου, προκρίνοντας την ετεροδικία. Βάσει αυτής, κράτος δεν υπάγεται στη δικαστική εξουσία άλλου κράτους.

Η άρνηση εκτέλεσης της απόφασης του Διστόμου κρίθηκε νόμιμη από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (υπόθεση Σεχρεμελή) και, παλαιότερα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υπόθεση Καλογεροπούλου). Το τελευταίο, πρόσφατα (υπόθεση Σφουντούρη), έκρινε εξίσου απαράδεκτη προσφυγή Ελλήνων θυμάτων του ναζισμού κατά άρνησης των γερμανικών δικαστηρίων να επιδικάσουν αποζημιώσεις.

Ποιος, λοιπόν, υποστήριξε τη νομολογία του Διστόμου; Η απάντηση είναι αυτός κατά του οποίου στρέφεται η Γερμανία. Τα ιταλικά δικαστήρια ανέπτυξαν παρεμφερή νομολογία, εκτέλεσαν, δε, την ίδια την απόφαση Διστόμου, αναγνωρίζοντάς τη στη βάση της ενωσιακής έννομης τάξης. Ετσι κάπως φτάσαμε στην ελληνική παρέμβαση στην εκκρεμούσα στη Χάγη διαφορά Γερμανίας - Ιταλίας, για την οποία, μη συμμεριζόμενος τους διθυράμβους που γράφονται, εισφέρω εδώ τις εξής σκέψεις.

Πρώτα, μία διασαφήνιση. Η ελληνική παρέμβαση δεν αφορά, όπως λανθασμένα λέγεται ή εσκεμμένα αφήνεται να εννοηθεί, τις πολεμικές αποζημιώσεις που οφείλει (αν, όντως, οφείλει) η Γερμανία στην Ελλάδα. Η Ελλάδα παρεμβαίνει δικαστικά προς υποστήριξη του δεδικασμένου του Διστόμου που η ίδια αποδόμησε, παρεμποδίζοντας την εκτέλεσή του. Πόσα πρόσωπα έχει άραγε ο Ιανός; Και πόση αξιοπιστία η φωνή μιας κυβέρνησης που, ουσιαστικά, ξιφουλκεί εναντίον του παλιού εαυτού της; Δεν είναι, τέλος, λαϊκισμός να χρησιμοποιούνται τα θύματα του Διστόμου προκειμένου, ανέξοδα, να φανεί η κυβέρνηση αρωγός στις διεκδικήσεις θυμάτων ενός θύτη που, τυχαίως, συγκεντρώνει εσχάτως τη λαϊκ (ιστικ) ή μήνιν για το τίμημα της χρηματοδότησης της θνήσκουσας ελληνικής οικονομίας;

Η παρελκυστική παρέμβαση στη Χάγη αποπροσανατολίζει ως προς αμφότερα τα ζητήματα των κατοχικών αποζημιώσεων και του δανείου, θέματα διακρατικά και, άρα, διακριτά από την αποζημίωση ιδιωτών-θυμάτων τύπου Διστόμου. Δεν υποτιμώ στο ελάχιστο τον αγώνα των θυμάτων του ναζισμού. Υποστηρίζω, όμως, ότι δικαστηριακοί λεονταρισμοί τύπου Διστόμου συνιστούν λάθος μέσο για την επιδίωξη του ανθρωπιστικού σκοπού τιμωρίας τέτοιων εγκλημάτων. Ιδίως όταν επίδικο αντικείμενο είναι η χρηματική αποζημίωση και δεν συντρέχει άμεση παραβίαση, καθιστούσα αναγκαίο τον τερματισμό ή τη θεραπεία σε εξέλιξη ευρισκόμενης απάνθρωπης συμπεριφοράς. Εστω και υπόρρητα, αυτό, νομίζω, είναι βαρύνον στοιχείο στη διεθνή νομολογία που, ακροθιγώς, προεκτέθηκε. Στη σκιά αυτής, οι πιθανότητες τελεσφορήσεως της ελληνικής παρέμβασης και, συνακόλουθα, της ιταλικής υπεράσπισης είναι, τολμώ να προβλέψω, ισχνότατες. Αυτό, το γνωρίζει η κυβέρνηση. Η συγκυρία, ωστόσο, και το πρόσκαιρο πολιτικό όφελος συνηγορούν υπέρ μιας φιλολαϊκής δικαστικής παρέμβασης.

Γιατί, όμως, έστω και την ύστατη ώρα, να μην υποστηρίξει η κυβέρνηση τα θύματα του Διστόμου, διορθώνοντας προηγούμενο «λάθος»; Τι κοστίζει μια αποτυχημένη παρέμβαση;

Το κόστος είναι διττό. Το πρώτο, τεχνικής φύσης, αφορά το εύρος του δεδικασμένου που θα προκύψει. Η Γερμανία στρέφεται αποκλειστικά κατά Ιταλίας· το Δίστομο εντάσσεται στην επίδικη διαφορά μόνο ως προς την εκτέλεση της ελληνικής απόφασης κατά Γερμανίας στην Ιταλία. Αν και αποσκοπούσα η ελληνική παρέμβαση στη διαφύλαξη του δεδικασμένου του Διστόμου, ουσιαστικά, το προσφέρει, οικειοθελώς, «βορά» στην κρίση του δικαστηρίου, που το «απορροφά», έμμεσα πλην σαφώς, στην επίδικη διαφορά. Ετσι εξηγείται η γερμανική στάση. Καίτοι υποστηρίζουσα ότι απουσιάζει έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί ελληνική παρέμβαση, ασμένως συγκατένευσε σε αυτή.

Το δεύτερο τίμημα είναι πολιτικό. Αποτυχία της παρέμβασης στη Χάγη θα τροφοδοτήσει δημοσιεύματα οργής κατά ενός «ανθελληνικού» δικαστηρίου που καταφρονεί τα πάντα ταυτιζόμενα με τα «δίκαια» των Ελλήνων, δικαιώματα του ανθρώπου, πλήττοντας καίρια την ηθική νομιμοποίηση και το κύρος ενός πολύτιμου για την Ελλάδα «εργαλείου» επίλυσης διεθνών διαφορών.

Δυστυχώς, όμως, δεν είναι πρωτόγνωρο ταπεινά κίνητρα να φαλκιδεύουν την εξωτερική πολιτική, ιταμές εθνικές κορώνες να γίνονται βαρίδι στην υπεράσπιση της χώρας. Γιατί, μη λησμονούμε, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου της Χάγης εκκρεμεί μία άλλη υπόθεση που φέρει την Ελλάδα στην, όχι εξίσου «αναπαυτική» με του παρεμβαίνοντος, θέση του εγκαλουμένου. Αναφέρομαι στην προσφυγή της «ακατονόμαστης» γείτονος για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και το περίσσεμα λαϊκισμού με το οποίο τα πλέον επίσημα χείλη, από τα πλέον επίσημα βήματα, χειρίστηκαν το ζήτημα. Ελπίζω να διαψευστώ και σε αυτή τη δυσοίωνη πρόβλεψή μου και, φυσικά, να μη χρειαστεί να επανέλθω.

* Ο κ. Βασίλης Π. Τζεβελέκος είναι λέκτορας Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου του Hull.

Έντυπη