Της Μαριας Κατσουνακη

Η κοινωνία των εαυτών

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

«Η πιο εντυπωσιακή και δραματική συνέπεια της πολύπλευρης κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα από το 2009 είναι η κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου που είχε συνομολογηθεί την περίοδο της Μεταπολίτευσης ανάμεσα στα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία και στα μικρομεσαία στρώματα (δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες, μικροϊδιοκτήτες)». Τι περιείχε αυτό το συμβόλαιο και ποιοι ήταν οι όροι του; Η έρευνα του ΕΚΚΕ (Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών), που δημοσιεύθηκε στην «Κ» την περασμένη Πέμπτη, καταγράφει τη βίαιη αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία δυόμισι χρόνια, με την ανεργία (στο 23%) να δίνει τον τόνο, διαλύοντας ανθρώπους και νοικοκυριά. Προβλήματα και στρεβλώσεις οξύνθηκαν, αναδεικνύοντας την παντοδυναμία της διαφθοράς, του υπερτροφικού και μη παραγωγικού κράτους, των μεγάλων ανισοτήτων - συνεπεία και της θυελλώδους φοροδιαφυγής κ.ο.κ.

Μέσα στα δυόμισι αυτά χρόνια αναλύθηκαν, συζητήθηκαν, καταγράφηκαν επαρκώς οι εστίες του κακού. Πώς επέδρασαν στους πολίτες στη λειτουργία των θεσμών, στην καταπολέμηση της ανομίας; Σκόρπια ερωτήματα, ασαφείς απαντήσεις.

Ας στραφούμε στο διάτρητο, όπως αποδεικνύεται, «κοινωνικό συμβόλαιο» της Μεταπολίτευσης. Απέδωσε την πηγή της κυριαρχίας στον λαό, προωθώντας παράλληλα τη συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, προτρέποντάς τον να κρίνει σύμφωνα με το γενικό συμφέρον; Αποτελούσε όρο του «συμβολαίου» η συμμόρφωση με τους νόμους; Του νόμου που αντλεί την ισχύ του από τη διάκριση του δημόσιου αγαθού με το επιμέρους συμφέρον; Η καθημερινότητα βασιζόταν στη συναίνεση μέσα από σχέσεις ελευθερίας, ισότητας, ανεκτικότητας και αλληλοσεβασμού;

Χτίσαμε πάνω σε σαθρά θεμέλια και το γνωρίζουμε. Σε μια διαρκή αφαίμαξη της δημόσιας ευημερίας υπέρ του ιδιωτικού πλούτου και της παράνομης συναλλαγής.

Στο βιβλίο του «Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση» (εκδ. Πόλις, 2008), στο κεφάλαιο για την κοινωνία των πολιτών, ο Γιάννης Βούλγαρης αναφέρει: «...Είχε και έχει δείξει μια αυξημένη ισχύ εγωιστικής και αποκλειστικής ιδιοποίησης δημόσιων πόρων, η οποία έχει κατά κανόνα αρνητικό χαρακτήρα. Η ισχύς αυτή εκδηλώνεται και εκδηλωνόταν στο πυκνό πλέγμα επικάλυψης του δημόσιου από το ιδιωτικό, που αποτελεί χαρακτηριστικό της Ελλάδας και παρεμφερών χωρών. Η οργανωτική μορφή των «ομάδων» ήταν και είναι συνήθως άτυπη, βασίζεται σε οικογενειακούς και τοπικούς δεσμούς, που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια μικρή χώρα. Αυτή η κοινωνία πολιτών έχει την ικανότητα και την ισχύ να εκμεταλλεύεται τα κενά και τις αδυναμίες του δημόσιου, να αιχμαλωτίζει, να επιβάλλει ή να διαφθείρει δημόσιες πολιτικές και να οικειοποιείται πόρους νομίμως, ατύπως ή παρανόμως».

Δυόμισι χρόνια παρακμής, απαξίωσης και γενικευμένης χρεοκοπίας έχουν κατορθώσει να μετατοπίσουν, έστω, το κέντρο βάρους από τον ατομιστικό ή συντεχνιακό χαρακτήρα προς ένα λιγότερο παραβατικό και πιο διευρυμένο μοντέλο οικονομικο-κοινωνικής ανάπτυξης; Εάν δεν κατοχυρώσουμε αυτήν τη βασική διάκριση, πώς θα προχωρήσουμε στην κατανόηση του λάθους, στην αποδοχή του και στην επιθυμία για ένα άλλο, επόμενο βήμα;

Εκτός από τους αριθμούς και τις στατιστικές που περιγράφουν αδρά την ύφεση σε ποσοστιαίες μονάδες, αν δεν αντιληφθούμε, ως κοινωνία, την αιτία των στρεβλώσεων, η ανάκαμψη θα παραμείνει ανέφικτος στόχος γιατί θα προσκρούει διαρκώς στις ίδιες παραλυτικές συνήθειες.

Οι ίδιοι «οικογενειακοί» και «τοπικοί» δεσμοί ορθώνονται και στους εκπροσώπους του Κοινοβουλίου κάθε φορά που καλούνται να πάρουν αποφάσεις οι οποίες θίγουν συμφέροντα της εκλογικής τους περιφέρειας ή της επαγγελματικής συντεχνίας τους. Διαπρύσιοι υποστηρικτές των αλλαγών όταν αφορούν «άλλες» ομάδες, αναδιπλώνονται όταν χρειάζεται να στραφούν στο «δικό τους» περιβάλλον, κατασκευάζοντας με πάθος επιχειρήματα υπέρ της δίκαιης και ενδεδειγμένης εξαίρεσης. Μέσα από συρραφές παρόμοιων «εξαιρέσεων» γιγαντώθηκαν το κράτος, τα προνόμια και η συνακόλουθη ανομία.

Υποκαθιστώντας την κοινωνία των πολιτών με την κοινωνία των κολλητών, παρακάμψαμε το δημόσιο πολλαπλασιάζοντας το ιδιωτικό. Ετσι, όμως, με την πολυδιάσπαση, δημιουργήθηκε μια ατροφική και αδύναμη κοινωνία, η οποία «οργανωνόταν» μέσα από τα πελατειακά δίκτυα του κράτους και των κομμάτων.

Και τώρα; Τώρα που χρήματα δεν υπάρχουν για να συνεχίσει να τροφοδοτείται το ίδιο δίκτυο, μήπως απογαλακτιστεί, απελευθερωθεί η κοινωνία, ωριμάσει, ιεραρχήσει στόχους και εξελιχθεί;

Η κρίση δεν γεννά μόνο παραμορφώσεις, αλλά και ευκαιρίες. Και μπορεί η βία να είναι η άλλη όψη της κατεδάφισης θεσμών και εστιών, αναπτύσσονται όμως παράλληλα και γνωρίσματα που δεν συναντούσαμε σε περιόδους ευημερίας. Μικρές μετατοπίσεις προς την αλληλεγγύη, τη νομιμότητα, την αντίληψη του δημόσιου, την υιοθέτηση του μέτρου σε μια ξέφρενης κατανάλωσης καθημερινότητα. Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε το ελάχιστο σε εποχές σαρωτικών μεταβολών. Μπορούμε όμως να το αφουγκραστούμε, να μην το υποτιμήσουμε, να το αναδείξουμε και να το ενισχύσουμε.

Έντυπη