Του Θανου Βερεμη*

Ενα μάθημα δημοκρατίας

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Στις αίθουσες των κινηματογράφων προβάλλεται τον τελευταίο καιρό ο «Λίνκολν» του Σπίλμπεργκ. Χάρη κυρίως στην ερμηνεία του Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, ο θεατής έχει την ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Είναι φανερό ότι οι δημιουργοί της ταινίας επιστρέφουν σε ένα εικόνισμα της πολιτικής για να θυμίσουν στους διχασμένους Αμερικανούς τι τους ενώνει ακόμα.

Η ταινία ασχολείται με τους τελευταίους μήνες της ζωής του ηγέτη που τον βρήκαν τσακισμένο από την ευθύνη τού πιο πολύνεκρου πολέμου από όσους γνώρισαν οι ΗΠΑ (750.000 νεκροί). Το κεφάλι του Ντέι-Λιούις γέρνει προς τα μπρος και η φωνή του ακούγεται όλο και λιγότερο. Παρ’ όλα αυτά, ο Λίνκολν κατάφερε να οργανώσει και να πετύχει την επιψήφιση της 13ης τροποποίησης του Συντάγματος με την οποία τέθηκε εκτός νόμου η δουλεία.

Το έργο ασχολείται με αυτό και μόνο το επεισόδιο από τον πολύπλαγκτο βίο του. Πώς δηλαδή ο πρόεδρος και οι συνεργάτες του ενορχηστρώνουν με πιέσεις, εξαγορές και υποσχέσεις την αποδοχή των δύο τρίτων του Οίκου των Αντιπροσώπων για την απελευθέρωση των μαύρων. Η ταινία θυμίζει ότι ένας αγαθός πολιτικός δεν είναι αναγκαστικά και αφελής. Ο Λίνκολν ασφαλώς διέθετε ρεαλισμό και ικανότητες χάραξης στρατηγικής, εκτός από ανθρώπινες ευαισθησίες.

Σε εποχή που ο Οίκος των Αντιπροσώπων εξέλεγε τα μέλη της Γερουσίας, οι μεγάλες νομοθετικές μάχες διεξάγονταν μεταξύ των αντιπροσώπων. Μολονότι το κόμμα των Ρεπουμπλικανών του Λίνκολν διέθετε σημαντική πλειοψηφία, χρειάζονταν ακόμη μερικές ψήφοι από τους Δημοκρατικούς για να συμπληρωθούν τα 2/3 που ήταν απαραίτητα για να περάσει η τροποποίηση. Και ενώ τα ακρωτηριασμένα μέλη των πληγωμένων σωρεύονταν σε τάφρους ταφής, ο αγώνας για την εξασφάλιση των ψήφων προσδίδει στο έργο τον δραματικό του χαρακτήρα.

Η λεκτική ανταλλαγή ανάμεσα στον αρχηγό της ριζοσπαστικής πτέρυγας των Ρεπουμπλικανών, Θαντέους Στίβενς, και τον επικεφαλής των συντηρητικών Δημοκρατικών, Πέντελτον, αναδεικνύει το εξαίρετο σενάριο του έργου. Δυστυχώς, ο έντεχνος λόγος στις ταινίες αντικαθίσταται στις μέρες μας από δράση και θέαμα. Ιδού λοιπόν μια θαυμάσια εξαίρεση: ο Πέντελτον προσπαθεί να αναγκάσει τον Στίβενς να αποκαλύψει ενώπιον των αντιπροσώπων που έχουν ανάμεικτα συναισθήματα για τους μαύρους την άτεγκτη πίστη του ριζοσπάστη στην ισότητα λευκών και μαύρων. Ο Στίβενς, ακόμα ένας αγαθός αλλά καθόλου αφελής πολιτικός, αποφεύγει τη δημόσια παραδοχή επιμένοντας ότι η τροπολογία αφορούσε την «ισότητα ενώπιον του νόμου». Η αποστροφή του υπήρξε μνημειώδης. «Αγαπητοί συνάδελφοι, πιστεύω ότι ο αντιπρόσωπος από το Οχάιο (Πέντελτον) υστερεί έναντι εμού σε ευφυΐα και ήθος, αλλά υποστηρίζω ότι ενώπιον του νόμου έχουμε ίσα δικαιώματα».

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου η κύρια μέριμνα του Λίνκολν υπήρξε η διατήρηση της ενότητας των ΗΠΑ και για τον σκοπό αυτό έκανε χρήση της απελευθέρωσης των μαύρων ως διαπραγματευτικής απειλής έναντι των Νοτίων. Καθώς όμως οι μαύροι στρατιώτες του Βορρά αυξάνονταν και απέδιδαν νίκες στο πεδίο των μαχών, ο πρόεδρος άρχισε να αλλάζει προτεραιότητες. Με τις συχνές αναφορές του στο αξίωμα του Ευκλείδη ότι όταν δύο γραμμές είναι ίσες προς μια τρίτη είναι και ίσες μεταξύ τους, προτίμησε να αναβάλει τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου προκειμένου να περάσει τη 13η τροποποίηση. Η παρέλκυση κόστισε χιλιάδες νεκρούς, αλλά πέτυχε τον σκοπό της. Οταν ο Λίνκολν επιτέλους δέχτηκε την αντιπροσωπεία των Νοτίων, η τροποποίηση είχε πλέον γίνει νόμος του κράτους και δεν αποτελούσε ζήτημα προς διαπραγμάτευση. Στις 4 Απριλίου 1865, ο Λίνκολν υπέγραψε την ειρήνη. Σε διάλογο με τη μαύρη καμαριέρα της συζύγου του, της είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι δεν ήξερε πολλά για τον λαό της, αλλά ότι θα προσπαθούσε να μάθει περισσότερα. Παρά τους ποταμούς μελάνης που έχουν χυθεί γύρω από τον Λίνκολν, δεν θα μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα τι ακριβώς είχε ως προτεραιότητα στη σκέψη του. Πίστευε πάντως ότι η ηθική, που ρυθμίζει δικαιότερα τις ανθρώπινες σχέσεις, έπρεπε να χαρακτηρίζει και το έργο του νομοθέτη. Η φυσική του ροπή προς τη λαϊκή αντίληψη του δικαίου τον κατέστησε τον πιο αγαπητό από κάθε άλλο πρόεδρο (ίσως με εξαίρεση τον Washington) της Αμερικής. Ο αμερικανικός λαός κατασκεύασε σταδιακά έναν πολιτικό άγιο στο πρόσωπο του Λίνκολν και καταφεύγει σ’ αυτόν όταν προκύψουν μεγάλες δυσκολίες.

Για μας τους υπόλοιπους, η ταινία είναι ένα προσεγμένο μάθημα λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος με όλες τις πονηριές και τις αρετές του.

* Ο κ. Θ. Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη