Της Τιτικας Δημητρουλια

ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

ΠΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

Δεν είν’ έτσι;

εκδ. Μικρή Αρκτος

Το εξώφυλλο της δεύτερης συλλογής διηγημάτων του Πάνου Τσίρου, μια πόλη. Δεν είναι η Αθήνα, αλλά ένα υπέροχο Βελιγράδι του Αλέξη Βερούκα, μα τι σημασία έχει; Αλλωστε και η πρώτη πόλη στο πρώτο διήγημα επίσης δεν είναι η Αθήνα, είναι το Λονδίνο. Σε όλα τα διηγήματα, που ίσως να μην είναι καν διηγήματα, αφού ο τίτλος της συλλογής, «Δεν είν’ έτσι;», θέτει υπό αίρεση όχι μόνον όσα λέγονται στα κείμενα του Τσίρου αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λέγονται, το είδος στο οποίο εντάσσεται οι ιστορίες του.

Η ερώτηση εισάγει μια ευρύτατη αβεβαιότητα και απροσδιοριστία, μα το σκηνικό παραμένει λοιπόν σταθερό, η πόλη. Τα ξενοίκιαστα γραφεία και μαγαζιά που κλείνουν μέσα τους την εικόνα της προηγούμενης δραστηριότητάς τους και την ξετυλίγουν μόνο στην ατομική φαντασία – τι ωραίο το κρυφτούλι στον ξενοίκιαστο όροφο, όταν η γυναίκα κρύβεται πίσω από την κολόνα για να μην τη δει ο πρωταγωνιστής. Οι εγκαταλελειμμένες βιομηχανικές περιοχές με τους σκουρόχρωμους μετανάστες να εκλαμβάνονται εξ ορισμού ως απειλή, ακόμη και όταν απλώς θέλουν να ανάψουν ένα καντίλι. Οι χαρταετοί στις ταράτσες. Τα φανάρια των αυτοκινήτων που διαπερνούν για λίγο το πυκνό σκοτάδι στους νυχτερινούς δρόμους. Οι σχολές, τα στρατόπεδα και τα σπίτια, τα κρεβάτια, οι μπαλκονόπορτες που μένουν ανοιχτές στην άλλη πραγματικότητα, ενύπνια ή μη, που επιτρέπει στους ανθρώπους να πετούν και να γίνονται χαρταετοί, να σηκώνονται από την άσφαλτο όπου εκσφενδονίστηκαν και, επίμονοι, να επιστρέφουν.

Τα πάντα αιωρούνται στα διηγήματα του Τσίρου, μετεωρίζονται ανάμεσα, παρότι το φανταστικό δεν εισβάλλει όπως στην πρώτη του συλλογή, αλλά δίνει τη θέση του στο όνειρο. Με τον ίδιο τρόπο που ο καθένας βλέπει τη δική του πόλη στις γραμμές των κειμένων του, έτσι ακριβώς διαβάζει και τη δική του εκδοχή της εκάστοτε ιστορίας, κατά το πιραντελικό «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», που θα μπορούσε να αποτελεί μια απάντηση στο «Δεν είν’ έτσι;» του τίτλου. Αισθήματα, επιθυμίες, όνειρα, εφιάλτες, όλα είναι ρευστά, καθώς η γλώσσα που τα καρφώνει στην πραγματικότητα είναι στοιχειώδης, ανεπαρκής ενίοτε, αμφίσημη, κοινότοπη, αποξενωτική, αλλά και αφόρητα καθημερινή και οικεία. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της προσδίδουν στις ιστορίες μια ανοίκεια δραματικότητα, που κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Τι μπορεί να εννοεί ο διευθυντής όταν κάνει κουβέντα για τη σχέση με την πεθερά; Πώς μεταλλάσσονται τα φάρμακα κι από την κατάθλιψη πολεμούν την ηρωίνη; Πώς μιλάει κανείς τον φόβο του θανάτου και πώς ενσαρκώνει τη θλίψη του; Πώς χάνονται οι λέξεις ενός λαμπρού μυαλού, πρώτα στην καρδιά, στη σκέψη ή στο χαρτί; Πώς οι κουβέντες χτίζουν και οι σιωπές γκρεμίζουν και το αντίστροφο; Πώς συνδέονται εντέλει οι κουβέντες με τις κινήσεις, τις πράξεις, τα γεγονότα; Τα προκαλούν, τα ξορκίζουν, απλώς τα πολιορκούν για λίγο κι έπειτα τα εγκαταλείπουν, ασμένως, για να συνεχίσουν τη δική τους πορεία, ερήμην τους;

Τα διηγήματα του Τσίρου συγκροτούν ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, μια νουβέλα καλύτερα, 92 σελίδων. Ο «Επίλογος» μας επιτρέπει να το υποθέσουμε, τα ίδια τα διηγήματα όμως μας το επιβάλλουν. Καταγράφει την καθημερινή διαδρομή ενός ανθρώπου στον ανοιχτό κόσμο της παγκοσμιοποίησης και της κρίσης, από τα πριν χαραγμένη και σπαρμένη απωθημένα και ενοχές που αιμορραγούν στο παραμικρό νέο ερέθισμα. Το ερώτημα του Τσίρου παίρνει έτσι μιαν άλλη μορφή, πέραν αυτής που επιτάσσει η δηλωμένη σχέση του με την αναλυτική φιλοσοφία και τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, άρα με τον συσχετισμό σκέψης, λόγου και αναπαράστασης: πώς μπορεί κανείς να μιλήσει, λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικά, για την πλέον απλή καθημερινότητα των ανθρώπων σήμερα; Ως ερώτημα και μόνο είναι προκλητικό. Το ίδιο και η απάντηση που δίνει ο Τσίρος.

Έντυπη