ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η Ομηρική «Nebraska»

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ

Ο σκηνοθέτης Αλεξάντερ Πέιν (αριστερά) με τον Μπρους Ντερν (δεξιά) που υποδύεται τον Γούντι Γκραντ στην ταινία «Nebraska».

Στο δοκίμιό του με τίτλο «The Autumn of the Body», ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς προέτρεπε τους καλλιτέχνες της εποχής του να επιστρέψουν στον αρχαίο κόσμο της Οδύσσειας ώστε: «να ξαναμάθουμε πώς να περιγράφουμε διά μακρών έναν ηλικιωμένο άνδρα να περιπλανιέται σε μαγικά νησιά, την επιστροφή του στην πατρίδα του μετά από όλα αυτά, το πώς παίρνει σιγά σιγά εκδίκηση (...) και εντούτοις να κάνουμε όλα αυτά διαφορετικά». Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν θα μπορούσε να έχει υπόψη του το εν λόγω κείμενο ο ελληνικής καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης Αλεξάντερ Πέιν. Παρ’ όλα αυτά, το ταξίδι του πρωταγωνιστή του στη συγκινητική «Nebraska», την πιο πρόσφατη και καλύτερη ταινία του μέχρι σήμερα, μοιάζει να έχει κινηματογραφηθεί από κάποιον που προσπαθεί να αποδείξει την επίκαιρη αναγκαιότητα της επιστροφής που είχε προτείνει ο Γέιτς (και υλοποίησε ο Τζόις στον «Οδυσσέα»). Εστω, έναν αιώνα αργότερα, σε μια εποχή που, πάντως, προσφέρεται για συνεχείς αναδρομές σε διδακτικές περιόδους.

Είναι αρκετές οι ταινίες του Πέιν στις οποίες ένας ή περισσότεροι ήρωες αποφασίζουν κάποια στιγμή να επιχειρήσουν ένα road trip. Ωστόσο δύσκολα θα χαρακτήριζε κανείς «Οδύσσεια» ακόμη και το «Πλαγίως», το πιο λυτρωτικά περιπετειώδες έργο του. Πίσω από τις ατέλειωτες περιπλανήσεις των δυο φίλων που καταπίνουν τα χιλιόμετρα και τους αμπελώνες στο γλυκόπικρα οινώδες «Πλαγίως», κρύβεται μια μελαγχολική σάτιρα για την καθυστερημένη ωρίμανση εκείνων που πορεύονται ολοταχώς προς τη μέση ηλικία, προσπερνώντας διαρκώς τις μακροχρόνιες ήττες που έχουν σφραγίσει ζωές, οι οποίες έχουν πάψει εδώ και καιρό να υπόκεινται σε στοιχειώδη αυτοκριτική. Η «Nebraska» δεν είναι άλλη μία «ταινία δρόμου» που αποθεώνει την πολύμοχθη κατάκτηση της αυτεπίγνωσης. Ούτε ποντάρει όμως στην a priori συμβολική δύναμη που εκλύει η οικειοποίηση της «Οδύσσειας» ως άτυπου υπότιτλου για κάθε έργο που ξεδιπλώνει ένα μακρύ ταξίδι με καθαρτήριο τέλος.

Η «Nebraska» είναι μια αντί-Οδύσσεια του εικοστού πρώτου αιώνα που αναδεικνύει τον καταπιεσμένο ηρωισμό του ανθρώπου που μοιάζει εσαεί εγκλωβισμένος στη στατική, αντί-ηρωική ζωή κάθε επαρχίας. Και είναι μια αντί-Οδύσσεια διότι στο πρώτο μισάωρο δεν υπάρχει τίποτα που να προμηνύει την έλευση του ηρωικού στοιχείου. Ο «Οδυσσέας» της «Nebraska», ο Γούντι Γκραντ (έξοχος στον ρόλο του ο καρατερίστας Μπρους Ντερν), είναι ένας απότομος, ανισόρροπος, απλησίαστος και πεισμωμένα μοιρολάτρης αλκοολικός σε προχωρημένη ηλικία. Αυτός ο φαινομενικά πεπειραμένος σκιέρ των αναποδιών της ζωής είναι, εντούτοις, αρκετά αφελής να πιστεύει ότι έχει κερδίσει ένα εκατομμύριο δολάρια στο λαχείο, αψηφώντας τον ανυπόμονα οργισμένο ψόγο των αγαπημένων του προσώπων που φυσικά γνωρίζουν ότι πρόκειται για τυπική διαφημιστική απάτη.

Η ξεροκεφαλιά του Γούντι παρασύρει τον Ντέιβιντ, τον έναν από τους δυο γιους του, σε ένα ταξίδι 1.450 χιλιομέτρων, με αφετηρία το Μπίλινγκς της Μοντάνα και προορισμό το Λίνκολν της Νεμπράσκα. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί δεν είναι τα «μαγικά νησιά» για τα οποία μιλούσε ο Γέιτς, αλλά οι απαράλλαχτα μονότονες πόλεις της αμερικανικής ενδοχώρας. Προτού φτάσουν στο Λίνκολν, οι δυο συνοδοιπόροι καταλύουν για το Σαββατοκύριακο στη γενέτειρα του Γούντι, το Χόθορν της Νεμπράσκα, μια πόλη που υπάρχει μονάχα στη φαντασία του σεναριογράφου της ταινίας, Μπομπ Νέλσον. Η μυθική Ιθάκη του Γούντι Γκραντ. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, ο υποψιασμένος θεατής καθίσταται δέσμιος των συνειρμών του. Ο Γούντι, μόνος, μαζί με τον Ντέιβιντ ή με τη συνοδεία της οικογένειάς του (έχουν καταφτάσει στην πόλη η σύζυγος και ο έτερος γιος του), επισκέπτεται τους νεκρούς συγγενείς και φίλους του στο νεκροταφείο έξω από την πόλη, αλλά και στα μπαρ και στο συνεργείο που διατηρούσε κάποτε. Ο Ντέιβιντ πληροφορείται έκπληκτος από μια παλιά αγαπημένη του πατέρα του ότι ο Γούντι είχε πολεμήσει στην Κορέα, τη δική του Τροία, γεγονός που είχε καταφέρει να κρατήσει κρυφό από τους γιους του. Και στη σεκάνς του φινάλε, όπου ο Γούντι επιστρέφει στο Χόθορν μετά το κάζο του Λίνκολν, οδηγώντας το φορτηγό που μόλις αγόρασε –φυσικά όχι με τα χρήματα του ανύπαρκτου λαχείου–, ο «Οδυσσέας» παίρνει την εκδίκησή του από τους παλιούς συνεργάτες, τους συμπολίτες και τους συγγενείς του που τον χλεύασαν για την αποκοτιά του να διεκδικήσει την τελευταία του πιθανότητα να κερδίσει τα χρήματα που λαχταρούσε να αφήσει κληρονομιά στην οικογένειά του.

Στην «Ποιητική» ο Αριστοτέλης γράφει ότι ο Ομηρος παρουσιάζει ανθρώπους καλύτερους από εμάς. Ο Γούντι σίγουρα δεν είναι ο καλύτερος άνθρωπος στη «Νεμπράσκα». Ομως η εκδίκησή του είναι η εκδίκηση ενός καλού, περήφανου και βαθιά τρυφερού ανθρώπου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ