ΒΙΒΛΙΟ

Ενα «θρίλερ» διαφορετικό

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΤΑΚΗΣ
Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον
εκδ. Κέδρος σελ. 256

​​Αναγνωρίσιμη στην εξέλιξή της, η γραφή του Δημήτρη Σωτάκη θέτει στα εφτά μυθιστορήματα και στα διηγήματά του το ερώτημα της ύπαρξης του ανθρώπου πάνω στη Γη, δημιουργώντας έναν κόσμο που απαλείφει τις ιδιαιτερότητες χωρίς να χάνει την αυθεντικότητά του. Ριζωμένος σε ένα φανταστικό με ποικίλες καταβολές και αγκιστρωμένος στο παράλογο της ύστερης νεωτερικότητας, ο λόγος του αποτυπώνει την πραγματικότητα ανάμεσα στη δυστοπία και την παράνοια, με τον φακό στραμμένο στο υποκείμενο και στις ελάχιστες, συνήθως, σχέσεις του με τους άλλους, κυρίως όμως στον τρόπο με τον οποίο τοποθετείται στον κόσμο και βιώνει τη σχέση του με αυτόν μέσα από τη σχέση με αυτόν τον κομβικό Αλλον. Ολα αυτά χρωματισμένα εντούτοις τις περισσότερες φορές με την ελαφρότητα της οικουμενικής ποπ κουλτούρας, που αποδραματοποιεί ακόμη και τον θάνατο, που κυριαρχεί στο έργο του Σωτάκη από την πρώιμη «Η πράσινη πόρτα» καθώς σχολιάζει στην ουσία την αξία της ζωής.

Ο Σωτάκης έχει ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, παρότι όχι με αυτήν του δημοφιλούς Μάικλ Τζάκσον που πρωταγωνιστεί στο τελευταίο του βιβλίο και κοσμεί το εξώφυλλό του. Ο αναστημένος Μάικλ πέφτει, λοιπόν, τρόπον τινά, από τον ουρανό στο σπίτι ενός καταθλιπτικού υπαλλήλου, αλλάζει ζωή, γίνεται ποιητής και θέλει διακαώς να εκδώσει τα ποιήματα που ολοκληρώνει σε μία μόλις εβδομάδα· ζει τη στιγμή χωρίς να την κυνηγά. Στο «Θαύμα της αναπνοής», ο ήρωας ήταν καταδικασμένος να πεθάνει από ασφυξία κερδίζοντας χρήματα με τον όρο να αποδεχτεί να εγκλωβιστεί στα πράγματα που σωρεύονταν στο σπίτι του, να γίνει και ο ίδιος πράγμα. Στον «Θάνατο των ανθρώπων», μια μακάρια πόλη γνωρίζει τον τρόμο του θανατικού και του αφανισμού, που ανατρέπει όλες τις σταθερές. Στο νέο αυτό μυθιστόρημα, το φάντασμα –;– του Μάικλ Τζάκσον, που είναι ένας άλλος Μάικλ Τζάκσον, πάντα σε μια πόλη που μπορεί να είναι η όποια πόλη, είναι ένα μόνο από τα πολλά που περιφέρονται στις σελίδες του βιβλίου, ευτυχή για την αλλαγή στη ζωή τους που σηματοδοτεί ο θάνατος σε μια συνεχή και ποικίλη χρονική ροή – του πρωτοπρόσωπου αφηγητή συμπεριλαμβανομένου. Το μυθιστόρημα ρίχνει κατά τόπους άγκυρες στο πραγματικό και το πολιτικό, όπως στον πόλεμο που κηρύσσουν ξαφνικά οι φασίστες –χωρίς πάντως να είναι το πλέον επιτυχημένο στοιχείο του κειμένου–, ενώ οι εκτενείς, πλαγιογράμματοι εσωτερικοί μονόλογοι μπορούν να αποδοθούν από τον αναγνώστη κατά βούληση στα πρόσωπα, προς τα οποία είναι υπό μία έννοια συμπληρωματικοί, ή και στον ίδιο τον συγγραφέα. Η ατμόσφαιρα, ωστόσο, είναι αυτή του υπερφυσικού, όπως στα περισσότερα κείμενα του Σωτάκη· όλα μένουν ώς στο τέλος ανοιχτά και λειτουργούν σε πολλαπλά επίπεδα.

Η μία εκδοχή είναι ότι ο καταθλιπτικός αφηγητής έχει περάσει πλέον στη σχιζοφρένεια, δημιουργώντας με τον νου του πρόσωπα και κόσμους για να κατοικούν οι φανταστικοί του φίλοι, οπότε η παράνοια εξηγεί ορθολογικά το υπερφυσικό. Η άλλη εισηγείται την –επίκαιρη λόγω Πάσχα– κατάργηση του θανάτου, εφόσον όλοι επανέρχονται στη ζωή, με μεγαλύτερες ή μικρότερες τυμπανοκρουσίες, την επαναπροσδιορίζουν, τη χτίζουν από την αρχή, ξανά και ξανά, γλιτώνοντας από τον εαυτό τους προς όφελος της συνάντησής τους με τον άλλον: «Γιατί μόνο αν κάνεις έναν άνθρωπο ευτυχισμένο αξίζει να λες ότι κάποτε βάδισες κι εσύ για λίγο πάνω σ’ αυτό τον πλανήτη, αφού έχεις ακούσει την καρδιά του μέσα στην άγρια νύχτα να χτυπάει δίπλα στη δική σου».

Ευφάνταστη πλοκή, γλώσσα απλή που ίσως τελικά, στην περίπτωση του Σωτάκη, να είναι επιλογή, σε αντίθεση με άλλους ομηλίκους του, κόσμος οικείος και ξένος από έναν πεζογράφο που δικαιώνεται, παρά τις όποιες μικρές αδυναμίες του κειμένου, στη σταθερή του πορεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ