ΒΙΒΛΙΟ

Σημειώσεις από τον δρόμο

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ
Ανέστιος. Ημερολόγια
εκδ. Αγρα, σελ. 142

Στην τελευταία φράση ο αφηγητής ομολογεί πως δεν έχει πια δυνάμεις να περιμένει. Και ίσως αυτό είναι πράγματι το τέλος, καθώς από εκεί και πέρα δεν μένει άλλη ζωή να ζήσει κανείς. Η αυτοκτονία είναι αυτό ακριβώς, το να μην μπορείς να περιμένεις άλλο. Ο ήρωας της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη προτιμάει έναν «λευκό θάνατο», «πράξη αργής αυτοεξόντωσης από δειλία». Οπως λέει ο ίδιος, αυτοκτονεί περιφερόμενος, σαν να ζητάει εκδίκηση από τον εαυτό του για την αποτυχία του να συμμορφωθεί με τις επιταγές και τις συμβάσεις της καθημερινότητας. Κάποια οριακή στιγμή αποφάσισε να δώσει «δρόμο στα πάντα» και να κάνει τον δρόμο σπίτι του, περιπλανώμενος σε μια επιθετική, ευερέθιστη Αθήνα, με την οποία νιώθει αποξενωμένος. Μες στον θόρυβο και τον συνωστισμό υπάρχει πολλή ερημία και εκεί αναζητεί το καταφύγιό του. Βρίσκεται στο πουθενά, αλλά δεν θέλει να πάει πουθενά αλλού. Σε τετράδια, που μαζεύει από τα σκουπίδια, καταγράφει την πορεία της λοξοδρόμησής του από κάθε προορισμό.

Ο αφηγητής επιμένει στην ιδιότητα του ανέστιου, θέλοντας να της προσδώσει το βάρος ηθικής επιλογής, διαχωρίζοντάς την από την κατάσταση του άστεγου. Εκείνος οικειοθελώς εγκατέλειψε τη στέγη του, καθώς θεωρούσε πως τέσσερις τοίχοι και μια σκεπή δεν φτιάχνουν εστία, ένα κέντρο, τρόπον τινά, της ύπαρξης. Αποδιωγμένος ύστερα από κακόβουλες μεθοδεύσεις από την πανεπιστημιακή κοινότητα και περιφρονημένος από τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του για τη χρεοκοπία της εταιρείας του, αυτοεξορίζεται στο κατώφλι της κοινωνίας, απ’ όπου αναλογίζεται τον εκφυλισμό της. Στις ημερολογιακές του σημειώσεις διαχέει τον θυμό του για την εξουθενωτική τροπή της ζωής, για εκείνο το «μακάβριο αλισβερίσι», που διασφαλίζει την επιβίωση. Η απόφασή του να ζήσει παράμερα, απορρέει από την ανάγκη του να διασώσει την αξιοπρέπειά του και μαζί κανόνες και αρχές, που η προάσπισή τους τον οδήγησε στη γελοιοποίηση και την ανυποληψία.

Το «γράψιμο με κρατά σε ευθεία ακόμη, όταν ιλιγγιωδώς περιστρέφομαι». Γράφοντας φαντασιώνει την υψηλότερη, ομορφότερη ζωή, που προόριζε για τον εαυτό του. Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας εντελώς ανοχύρωτος, ανακαλύπτει πως ο χρόνος έχει ανακτήσει την έντασή του, καθώς τον διαπερνά η αγωνία της αυτοσυντήρησης. Αυτή η στοιχειώδης όσο και νευραλγική έγνοια μεγεθύνεται στον «απόλυτο πόθο μιας άλλης ζωής». Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει την αυταπάτη πως η κρίση θα τον σώσει, δίνοντάς του το ερέθισμα να ξαναστήσει τον εαυτό του σε πιο στέρεες βάσεις. Οι σκέψεις του διατρέχουν με νηφαλιότητα την απαξίωση εννοιών και θεσμών, αλλά καταλήγουν στην ονειροπόληση ενός ιδεατού, ανύπαρκτου κόσμου. Η επιθυμία μπορεί να προσβλέπει στο ανέφικτο, η εμμονή, όμως, στην πιθανότητα εκπλήρωσής του δεν είναι παρά ψευδαίσθηση. Ο ανέστιος της Δεληγιώργη είναι ιδεαλιστής, αλλά καθόλου αιθεροβάμων. Γι’ αυτό η απόγνωσή του έχει οργή και τα όνειρά του την πίκρα της ματαίωσης.  Η «αυτοκτονία, η ουτοπία, η χίμαιρα φαντάζουν οι μόνες ικανές να συντηρήσουν το  μεγαλείο  της  αληθινής ζωής που εμείς δεν έχουμε ζήσει».

Το μυθιστόρημα της Δεληγιώργη έρχεται να προστεθεί στα βιβλία της κρίσης, που έχουν εκδοθεί τον τελευταίο καιρό, αλλά είναι περισσότερο μυθιστόρημα ιδεών. Ο ήρωάς της δεν διεκτραγωδεί τις συμφορές της ανέχειας, αλλά πασχίζει να αναδείξει το «νόημα του φυγόδικου βίου» του. Το ύφος και η συγκρότηση του λόγου του σκιαγραφούν μάλλον έναν διανοητή του περιθωρίου παρά έναν αποσυνάγωγο. Και εδώ αναφαίνεται μια αφηγηματική αδυναμία, καθώς ο μονόλογός του γίνεται ορισμένες φορές υπερβολικά λόγιος, ρέποντας προς την ακαδημαϊκή φλυαρία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο αναστοχασμός του ρημαγμένου αστικού τοπίου συγκινεί τόσο για την οξυδέρκεια όσο και για τη θλίψη του. «Μόλις κάνει τόπο στις απορίες και στο αράδιασμα, εν συνεχεία, των πιθανών απαντήσεων, ο λυγμός ως διά μαγείας βάζει τέλος στο παραλήρημα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ