ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Οι νομοθετικές περιπέτειες της διαμεσολάβησης

ΧΑΡΗΣ Π. ΜΕΪΔΑΝΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία στην Ελλάδα για τη διαμεσολάβηση. Μεγάλες προσδοκίες έχουν επενδύσει πολλοί σε αυτή και τη βλέπουν σαν μία πολύ καλή λύση για την «αποσυμφόρηση» της Δικαιοσύνης. Μεταξύ αυτών και το υπουργείο Δικαιοσύνης, όπως και συνδικαλιστικοί φορείς του χώρου. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, και πολύ δυναμικά από το 2012 οπότε θεσμοθετήθηκε η διαμεσολάβηση αλλά και η σχετική με αυτήν εκπαίδευση, έχει αναπτυχθεί και η εκπαίδευση στη διαμεσολάβηση. Ετσι, σήμερα, οι εκπαιδευμένοι στη διαμεσολάβηση ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες και διαρκώς αυξάνονται. Με έναν κάποιο κίνδυνο παρεξηγήσεως, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μόδα, τουλάχιστον μεταξύ των δικηγόρων. Ο τρόπος όμως με τον οποίο εξελίσσεται στη χώρα μας ο θεσμός αυτός δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την έμπρακτη ακύρωσή του. Βασική αιτία γι’ αυτό βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έχει αντιμετωπιστεί νομοθετικά και γενικότερα θεσμικά. Ιδίως μάλιστα έχει γίνει προσπάθεια ενσωμάτωσής της στην ημεδαπή έννομη τάξη με τρόπο καινοφανή και εντελώς ιδιαίτερο:

όπως πολλοί έχουν ήδη εξηγήσει, η διαμεσολάβηση είναι ένα μέσο για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών. Πρόκειται για μία μη-νομική διαδικασία, κατά την οποία ο διαμεσολαβητής επιδιώκει να διευκολύνει τα μέρη να λύσουν τα ίδια τη μεταξύ τους διαφορά. Με τον τρόπο αυτόν αποφεύγεται η προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Διαφέρει από τη διαιτησία κατά το ότι στην τελευταία ο διαιτητής λειτουργεί ως δικαστής και εκδίδει απόφαση ισότιμη με αυτήν των δικαστηρίων. Στη διαμεσολάβηση αυτό δεν συμβαίνει. Ομως με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, η έγγραφη συμφωνία των μερών η οποία θα έχει επέλθει με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή θα μπορεί να καταστεί με μία απλή διαδικασία καταρχήν «ισότιμη» με δικαστική απόφαση (αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές, αλλά η εξήγηση παρέλκει στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου). Στην ελληνική έννομη τάξη, όταν ενσωματώθηκε η διαμεσολάβηση, έγινε μία ιδιότυπη νομοθετική επιλογή: διαμεσολαβητές μπορούσαν να είναι αποκλειστικά και μόνο δικηγόροι, με αναγκαία προς τούτο εκπαίδευση, αλλά πάντως δικηγόροι. Καμία πειστική εξήγηση ως προς την επιλογή αυτή δεν δόθηκε από τους έχοντες τη νομοθετική πρωτοβουλία. Δηλαδή, μένει αναπάντητο το γιατί μία μη-νομική διαδικασία ανατέθηκε αποκλειστικά σε νομικούς, και μάλιστα όχι σε όλους τους νομικούς που θα εκπαιδεύονταν στη διαμεσολάβηση (π.χ., και δικαστές και συμβολαιογράφοι), αλλά μόνο σε δικηγόρους!

Προφανώς η εξήγηση είναι η ίδια που βρίσκεται πίσω από πολλούς άλλους νόμους προστατευτικούς επαγγελματικών τάξεων που συνεχίζουν να υπάρχουν στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή ο συντεχνιασμός. Τουλάχιστον ο νόμος για τη διαμεσολάβηση διασφάλισε ότι οι διαμεσολαβητές θα έχουν σχετική εκπαίδευση. Για όσους γνωρίζουν τον θεσμό, η εκπαίδευση στη διαμεσολάβηση είναι απολύτως αναγκαία. Χωρίς αυτήν, προφανώς ο διαμεσολαβητής δεν θα μπορεί να ασκήσει τον ρόλο του με επιτυχία, παρά μόνο συμπτωματικά.

Κατά έναν περίεργο και ακατανόητο τρόπο όμως, στη συνέχεια το υπουργείο Δικαιοσύνης ενέταξε στο θεσμικό οπλοστάσιο επίλυσης διαφορών και τη «δικαστική μεσολάβηση»… Για οποιονδήποτε μυημένο στη διαμεσολάβηση, ο όρος αυτός είναι όχι απλώς άγνωστος, αλλά και αιτία απορίας. Προς τι «δικαστική μεσολάβηση», δίπλα στη «διαμεσολάβηση»; Για να απαντηθεί το «γιατί», ας εξετάσουμε το «τι».

Ο νόμος (Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας) είναι σαφής: πρόκειται για τη δυνατότητα του δικαστή να αναστείλει την εκδίκαση διαφοράς και να την παραπέμψει σε δικαστική μεσολάβηση - πρακτικά, να την παραπέμψει σε έναν συνάδελφό του σε άλλον χώρο, που θα επιδιώξει να συμβιβάσει τα μέρη, χρησιμοποιώντας προφανώς βασικά εξωνομικές τεχνικές, με το κύρος πάντως του δικαστή. Μάλιστα, οι σχετικές ρυθμίσεις του Κώδικα είναι αναλυτικές σε σχέση με τη διαδικασία και τις συνέπειές της στην εκκρεμή δίκη. Το παραπάνω νομοθετικό αλαλούμ επιτείνεται από το ότι η προσφυγή στη «διαμεσολάβηση» δεν συνεπάγεται με βάση τον νόμο αναβολή, αλλά ματαίωση της υπόθεσης. Με άλλες λέξεις, ο νομοθέτης εμφανώς προωθεί τη «δικαστική μεσολάβηση» σε βάρος της «διαμεσολάβησης». Για την τελευταία πάντως αφιερώνει στον (νέο) Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ειδικό άρθρο για τις αμοιβές των διαμεσολαβητών… Ομως από τις ρυθμίσεις λείπει κάτι: ο δικαστής δεν χρειάζεται υποχρεωτικά εκπαίδευση διαμεσολαβητή. «Βεβαίως», μπορεί να αντιτάξει εκπρόσωπος του υπουργείου, «αφού εδώ πρόκειται για δικαστική μεσολάβηση, όχι για διαμεσολάβηση». Η προσέγγιση αυτή θα προκαλούσε απλώς θυμηδία εάν δεν ήταν ένας ευθύς τρόπος αμφισβήτησης της διαμεσολάβησης, της τόσο διαφημισμένης από αυτούς που τη θέσπισαν! Είναι παντελώς ακατανόητο γιατί ο νομοθέτης επέλεξε δύο παράλληλες δομές. Η μία, η διαμεσολάβηση από «εκπαιδευμένους» δικηγόρους (ελληνική πρωτοτυπία), και η άλλη, η δικαστική μεσολάβηση, από «ανεκπαίδευτους» ή πάντως όχι κατ’ ανάγκην «εκπαιδευμένους» δικαστές. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση η μη νομικοί είναι βεβαίως εκτός νυμφώνος.

Είναι; Οχι πια, όχι δηλαδή μετά το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο! Διαμεσολάβηση μπορούν πια να κάνουν οι πάντες, αρκεί να είναι εκπαιδευμένοι στη διαμεσολάβηση! Προφανώς πρόκειται για μία περίπτωση «ανοίγματος» ενός «προστατευμένου» (όχι «κλειστού», όπως κακώς λέγεται) επαγγέλματος, που ακόμη δεν είχε αρχίσει να δημιουργείται… Καθώς βέβαια αμφισβητήθηκε η αποκλειστικότητα των δικηγόρων στη διαμεσολάβηση, οι δικηγορικοί σύλλογοι αντιδρούν. Πριν από ενάμιση αιώνα, σε εντελώς άλλες συνθήκες φυσικά, ο Βίσμαρκ είχε πει το περίφημο: οι νόμοι είναι σαν τα λουκάνικα, δεν θέλεις να ξέρεις από τι γίνονται. Στην παραπάνω περίπτωση μπορεί κανείς να υποθέσει: ικανοποίηση συντεχνιακών ανησυχιών, εμμονές των εχόντων τη νομοθετική πρωτοβουλία και φυσικά «μνημονιακές υποχρεώσεις». Σε κάθε περίπτωση, επιτομή κακής και ασυνάρτητης νομοθέτησης χωρίς στοχοθεσία και εξυπηρέτησή της με απλές και σαφείς διατάξεις. Κρίμα.

* Δικηγόρος, Δ.Ν. MCIarb, διαπιστευμένος διαμεσολαβητής

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ