ΒΙΒΛΙΟ

Η ανθρωπιά σε μια εσοχή της πόλης

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ
Λιβάδια από ασφοδίλι
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 156

Πώς, άραγε, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την ολοσχερή καταστροφή του ένας άντρας, που μια ζωή φρόντιζε να ζει μετριοπαθώς και να κρατά τα όνειρά του στα χαμηλά, χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να παύει να φοβάται εκείνη την απρόβλεπτη ανατροπή, που θα αναστάτωνε τον τακτοποιημένο μικρόκοσμό του; Κατ’ αρχάς, με ένα αφόρητο αίσθημα αδικίας. Ο ήρωας του Βασίλη Δανέλλη δείχνει εντελώς απροετοίμαστος μπροστά στη συντριπτική του αποτυχία. Αδυνατεί να συλλάβει πώς έχασε τα πάντα, το σπίτι, την επιχείρησή του, τη γυναίκα του, από τη στιγμή που οι φιλοδοξίες του δεν υπερέβησαν ποτέ τη μέριμνα για τη διαφύλαξη της ρουτίνας του. Οταν βρέθηκε στον δρόμο αισθανόταν θύμα ενός πολέμου που δεν είχε επιλέξει και χρεωμένος δάνειες αμαρτίες, κυκλωμένος από κάθε λογής εξαθλιωμένους, που έμοιαζαν να προέρχονται από έναν μακρινό, ζοφερό κόσμο, ασύμπτωτο με τον δικό του, μοναδικό απομεινάρι του οποίου ήταν το ξυπνητήρι του, που σφυγμομετρούσε μια νεκρωμένη κανονικότητα.

Από την πρώτη σελίδα ο Δανέλλης τοποθετεί τον ήρωά του στην τροχιά μιας προδιαγεγραμμένης πτώσης. Τον βλέπουμε στο μπαλκόνι του ιδιόκτητου ρετιρέ, γραπωμένο από τα κάγκελα στην προσπάθειά του να κατευνάσει τον ίλιγγο της υψοφοβίας. Κάτω στο πεζοδρόμιο εργάτες φορτώνουν βαριά κιβώτια σε ένα φορτηγό. Την απειροελάχιστη στιγμή, που απαλλάσσονταν από το φορτίο τους, έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Η εικόνα επαναλαμβάνεται σαν αλληγορικό μοτίβο τρεις φορές, όσες και οι απόπειρες αυτοκτονίας του ήρωα. Ο τελευταίος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην επίμοχθη ανάληψη της ευθύνης της ύπαρξής του και στην ανακούφιση της παραίτησης. Η έξαψη του θυμού εναλλάσσεται με την κατατονία της κατάθλιψης και μαζί βαθαίνουν την αποξένωσή του από την περιρρέουσα δυστυχία. Σέρνεται στην Αθήνα περίλυπος, εξαγριωμένος από το χάλασμά της, αποστασιοποιημένος από την ηφαιστειώδη αγανάκτησή της και αποκαρδιωμένος από τη βαναυσότητά της. Οι σαρωμένοι από αλληλεγγύη δρόμοι στραγγίζουν από μέσα του τη θέληση να υπερασπιστεί έστω τον εαυτό του.

Το μυθιστορηματικό τοπίο πλαταίνει όταν τρεις άστεγοι αναλαμβάνουν να τον περιθάλψουν σε ένα κατερειπωμένο νεοκλασικό. Τα σκιαγραφήματά τους ζωντανεύουν την αφήγηση, διαγράφοντας μέσα από την ανομοιογένειά τους την ευρύτητα του κοινωνικού φάσματος, που καταδυναστεύεται από την οικονομική κρίση. Ενας μειλίχιος νεαρός άντρας, μορφωμένος και εργατικός, που δεν έχει ακόμη αποθαρρυνθεί, ένας «ακτιβιστής» άστεγος, που κραυγάζει την «υποχρέωση του δικαιώματος», σκιαμαχώντας υπέρ του δικαίου, ανυπότακτος σε κάθε είδους συμβιβασμούς και εξαιρετικά ευαίσθητος προς κάθε πληγέντα (μακράν η πιο συμπαθητική φιγούρα του βιβλίου) και ένας «Καθηγητής», ένας γριφώδης ηλικιωμένος, κακέκτυπο στωικού φιλοσόφου, που παρηγορεί τους απόκληρους του κοινοβίου με το πλεόνασμα της σοφίας του, έρχονται να απεγκλωβίσουν τον ήρωα από την ατομική του κακοπάθεια.

Ο Δανέλλης διατρέχει την αθηναϊκή πραγματικότητα θρηνώντας για το προφανές και γράφοντας αποκλειστικά για το επίκαιρο. Η εικονογραφία του αναπαριστά το ελληνικό δράμα με τόση αληθοφάνεια, που αποδυναμώνει τις μυθοπλαστικές παρεμβάσεις, ενώ οι σκέψεις του περιορίζονται σε κοινότοπες παραινέσεις και νουθεσίες αυτοβελτίωσης. Οπωσδήποτε η συμπερίληψη του «Καθηγητή» στη διανομή του μυθιστορήματος δεν βοηθάει στην επίσχεση του διαφαινόμενου διδακτισμού. Για παράδειγμα, το κήρυγμά του περί επιδημιών, ιών, αντισωμάτων και η παραβολή του βράχου, που πρέπει να κουβαληθεί μέχρι τέλους προκειμένου να ανοιχτεί το μονοπάτι του μέλλοντος, ηχούν σαν από άμβωνος αποκαλυπτήριες διδασκαλίες. Ισως αν είχαν αποφευχθεί τέτοιες παρενθέσεις περισυλλογής, θα αναδεικνυόταν καθαρότερα η τρυφερότητα με την οποία το συγγραφικό βλέμμα περιβάλλει τα πρόσωπα. Τότε η ιστορία του μικρού Σύρου μετανάστη θα αποσπούσε αμέριστη τη συγκίνηση για την επίδρασή της στην ψυχική μεταστροφή του ήρωα και δεν θα χρειαζόταν η καθηγητική προτροπή προς εκείνον να δει την ευτυχία του παιδιού σαν το μέγα επίτευγμα της ζωής του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ