ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μακάρι να πίστευα σε κάτι...

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Δεν μπορώ να πω ότι η λογοτεχνία μού έχει σώσει τη ζωή. Θα προτιμούσα κάτι πιο άμεσο, να ζωγραφίζω ή να είμαι τραγουδίστρια. Γιατί εκεί το συναίσθημα περνάει άμεσα», λέει η συγγραφέας Μαρία Μήτσορα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μερικές φορές ο μύθος γύρω από ένα πρόσωπο κρύβει άλλες πλευρές του, πιο ανθρώπινες, ίσως πιο γοητευτικές. Η Μαρία Μήτσορα ανήκει στους συγγραφείς που έχουν ζήσει μια θυελλώδη ζωή. Μια όχι κανονική ζωή, από πολλές απόψεις. Το μαρτυρούν τα γραπτά της, οι εξομολογήσεις της, η όψη της, η φωνή της. Στάθηκα τυχερή όμως, γιατί με αφορμή την έκδοση της τελευταίας της συλλογής διηγημάτων «Από τη μέση και κάτω», συνάντησα και τον μύθο και την πραγματικότητα. Η σκοτεινή πλευρά της αδικεί τη φωτεινή. «Νιώθω ότι εγώ τάχθηκα στην κατάφαση όταν εγκατέλειψα αυτήν τη σχέση, την ώρα που εκείνος πέρασε τελικά στην άρνηση», μου λέει και αφιερώνει αυτή τη συνέντευξη στον επί σειρά ετών σύντροφό της, αυτόχειρα Κ.Θ., ο οποίος κηδεύτηκε την ημέρα της κυκλοφορίας του νέου της βιβλίου.

Η Μαρία Μήτσορα σήμερα φροντίζει αδιάκοπα τις λέξεις της, τη γάτα της, τους φίλους της, τη φύση, νοιάζεται για τους ανθρώπους που δυσκολεύονται –ζήτησε από τον εκδοτικό οίκο μια όσο το δυνατόν πιο χαμηλή τιμή για το βιβλίο της στην αγορά– και δείχνοντάς μου το αγαπημένο της κέντημα που κοσμεί τον τοίχο του σπιτιού της, αναρωτιέται γιατί ο λαγός από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» έχει ένα άσπρο παπούτσι κι ένα μαύρο… «Τι να συνέβη άραγε στην κεντήστρα;» με ρωτάει…

– Σπουδάσατε Κοινωνιολογία στο Παρίσι…

– Ναι, μετά ξεκίνησα να κάνω ψυχανάλυση στο Λονδίνο, παρόλο δεν την ολοκλήρωσα ποτέ. Επαθα αγοραφοβία. Τότε ο ψυχαναλυτής μου είχε πει ότι πάσχω από άγχος αποχωρισμού. Πάντως αυτή η αγοραφοβία κρατά ακόμη.

– Την ερμηνεία του άγχους αποχωρισμού δεν τη φτάσατε ποτέ βαθύτερα;

– Ξεκίνησα στην Ελλάδα μια δεύτερη ψυχανάλυση, αλλά έπρεπε να τα ξαναπώ από την αρχή. Την άφησα για άλλους λόγους. Αυτό δεν λύθηκε πάντως ποτέ. Και με ανησυχεί τελικά, ότι δεν ξέρω τον εαυτό μου. Εφτανα πάντα σε ένα φως, σε ένα φανάρι στο δρόμο για παράδειγμα, και δεν μπορούσα να πάω παραπέρα. Μου ήταν εφιαλτικό να προχωρήσω και μου έτυχε μια φορά να περάσω τρέχοντας απέναντι και να ξαναγυρίσω πίσω πριν ανάψει κόκκινο, ώστε να μην μπορώ τελικά να σταθώ στην απέναντι μεριά. Μπορεί να έχει νόημα τώρα σε αυτά που λέμε, ότι συνειδητοποιώ πως δεν μπορούσα να πάω να δω τη μητέρα μου. Δεν πίνω αλκοόλ, αλλά κάθε φορά για να την επισκεφτώ έπαιρνα τρία lexotanil. Πήγαινα, έτρωγα με το κεφάλι μέσα στο πιάτο, να μην τη βλέπω κιόλας, κι έφευγα πριν περάσει η επίδραση των χαπιών. Η μητέρα μου έμενε στη Νέα Σμύρνη, και κάποια στιγμή ήμασταν μέσα στο ταξί, εκεί περίπου στο ύψος του Φιξ –μέχρι εκεί άντεχα να φτάσω– μου λέει η μητέρα μου χαϊδεύοντας το χέρι μου, «θυμάσαι σε αυτό το σημείο όταν ήσουν μικρή, που μου έλεγες, καλή μου, κακή μου…, καλή μου, κακή μου…». Δεν το θυμόμουν. Προφανώς είχα μια τεράστια αμφιθυμία για τη μητέρα μου, αλλά και τώρα που σ’ το λέω ανατριχιάζω.

– Η μητέρα ήταν ο δύσκολος δεσμός;

– Ημουν πολύ χαϊδεμένη από τη μητέρα μου. Τουλάχιστον σε ένα επιφανειακό επίπεδο. Αλλά μάλλον ήταν πολύ δύσκολη η σχέση μας. Νιώθω ότι τελικά τη νίκησα. Οχι με έναν κακό τρόπο, βγήκα επάνω από τη σχέση. Ο αγώνας ήταν να ξεχωρίσω τον εαυτό μου από εκείνη. Είναι ο μόνος άνθρωπος που φρόντισα μέχρι το τέλος, και δεν θα υπάρξει και άλλος, αφού παιδί δεν σκέφτηκα ποτέ να κάνω. Μου πήρε δεκαπέντε χρόνια από όταν πέθανε η μητέρα μου και δέκα από όταν εγκατέλειψα τον Κώστα να ξανακυκλοφορήσω ελεύθερα. Σχεδόν ελεύθερα.

– Ο πατέρας;

– Με τον πατέρα ήταν κακή η σχέση. Ηταν δύσκολος άνθρωπος. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω ότι ήταν πολύ αδύναμος. Εξαιτίας του έγινα πολύ επαναστατημένη. Χάρη σε αυτόν, όμως, αγάπησα τη λογοτεχνία και την ποίηση, έγραφε και ποιήματα, τα οποία δημοσίευε στην παλιά Εστία. Και εκ των υστέρων και σε άλλα επίπεδα πήρε σωστές αποφάσεις για μένα. Το πρόβλημα όμως με τη μητέρα ήταν πολύ πιο βαθύ. Και το δικό μου πρόβλημα με τις εξαρτήσεις σε μια περίοδο στη ζωή μου νομίζω σχετίζεται με τη μητέρα μου, με αυτό το είδος της σχέσης.

– Γιατί «Από τη μέση και κάτω»; Παραπέμπει σε συμβουλές μαμάδων προς τις κόρες τους…

– Αρχικά ήταν ο τίτλος ενός από τα διηγήματά μου και άρεσε πολύ στην Αννα Πατάκη. Τώρα που το σκέφτομαι, χωρίς τον Κώστα ίσως να μην είχα καταφέρει να ολοκληρώσω τίποτα, ίσως το «από τη μέση και κάτω» να έχει και αυτό το νόημα, ότι τελικά τα καταφέρνω και χωρίς αυτόν. Αλλά από μια άλλη σκοπιά, ο τίτλος να έπρεπε να είναι «από τη μέση και επάνω». Γιατί όλα αυτά δεν θα έπρεπε να τα ξέρει κάποιος που θα διάλεγα για σύζυγο, θα με έστηνε, υποθέτω, στην εκκλησία. Ομως εγώ κάποτε παντρεύτηκα για πλάκα… 

– Πόσο καιρό σάς πήρε η συγγραφή των διηγημάτων;

– Μέσα σε τρεις μήνες τα είχα γράψει. Τα δούλευα όμως μέσα μου γύρω στα τρία χρόνια. Δεν είναι όλα καινούργια διηγήματα, αλλά ακόμα και αυτά τα δούλεψα εξονυχιστικά, λέξη-λέξη. Εκανα μια εγχείρηση τον Μάρτιο και από τον Φεβρουάριο με είχε πιάσει η όρεξη να γράψω ύστερα από πολλά χρόνια. Επειδή ζορίστηκα, με έπιασε μια τρομερή αγωνία για τη ζωή και το τέλειωσα σε τρεις μήνες αυτό το βιβλίο.

– Γιατί απέχετε τόσο πολύ;

– Είμαι κάτι μεταξύ παρόρμησης και απάθειας. Μπορεί να γράψω αμέσως ένα επόμενο βιβλίο, μπορεί να μην το γράψω και ποτέ. Θα ήθελα όμως να γράψω κάτι γλυκό και τρυφερό. Να βγει και αυτή μου η πλευρά.

– Εάν δεν γράφατε λογοτεχνία, τι θα κάνατε;

– Δεν μπορώ να πω ότι η λογοτεχνία μού έχει σώσει τη ζωή. Θα προτιμούσα κάτι πιο άμεσο, να ζωγραφίζω ή να είμαι τραγουδίστρια. Γιατί εκεί το συναίσθημα περνάει άμεσα. Και σαν τραγουδίστρια θα ικανοποιούνταν και η ματαιοδοξία μου, γιατί θα ούρλιαζε το κοινό από κάτω… Να σου πω όμως ότι θα ήθελα πολύ να πιστεύω σε κάτι. Θα ήθελα να πίστευα ότι με το γράψιμο μπορώ να αλλάξω τις ζωές μερικών ανθρώπων προς το καλύτερο. Την έχω χάσει όμως αυτήν την πίστη και έτσι παραμένει ένα γοητευτικό παιχνίδι.

– Ο έρωτας βοήθησε στην αυτογνωσία;

– Την ημέρα που κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο πληροφορήθηκα την αυτοκτονία του πρώην συντρόφου μου. Αυτός ήταν η αιτία που εγώ ενεπλάκην με τη γραφή. Εζησα μαζί του πάρα πολλά χρόνια σε απόσταση αναπνοής και δραπέτευσα από αυτή τη σχέση. Τώρα που αυτοκτόνησε, δεν ξέρω πώς αισθάνομαι. Εχω καταλήξει ότι γι’ αυτόν η αυτοκτονία ήταν καλό εντέλει, δεν έβγαινε από το σπίτι του κ.λπ. Τώρα για εμάς έμεινε κάτι άλυτο, αλλά αυτό υπήρχε και πριν. Αν μπορούσα να αφιερώσω τούτη τη συνέντευξη κάπου, θα την αφιέρωνα στον Κώστα, γιατί είναι σαν να διάλεξε την απόλυτη άρνηση –όχι μόνο εξαιτίας του γεγονότος της αυτοκτονίας, αλλά από πριν– και εγώ σαν να διάλεξα την κατάφαση, τη στιγμή που δραπέτευσα από τη σχέση μας.

– Παιδί δεν κάνατε. Μετανιώσατε;

– Υποθέτω ότι σε καμιά πενταετία από τώρα θα ήμουν ώριμη να κάνω… αλλά είναι πολύ αργά πλέον. Βλέπω ότι μπορώ να αναθρέψω σωστά μια γάτα. Δεν ξέρω εάν θα μπορούσα να αντιμετωπίσω τη μητρότητα. Πρώτα από όλα, δεν θα έκανα ποτέ ένα παιδί, για να αποφύγω αυτό που συνέβη σε μένα από τη μητέρα μου, οπότε θα έμπαινα σε μεγάλη φασαρία. Με την εγκυμοσύνη πάντα φρίκαρα κιόλας. Μου φαίνεται η γυναίκα σαν εργοστάσιο παραγωγής. Από την άλλη, δεν μου αρέσουν τα μωρά. Νιώθω καλύτερα με τους ανθρώπους όταν αρχίζουν να μιλάνε. Είναι πάλι αυτή η σχέση με τις λέξεις. Και, τέλος, διάλεγα πάντοτε ακατάλληλους άνδρες για να γίνουν πατέρες.

– Επηρεάστηκε η ματιά σας από την ύπαρξη ενός ετεροθαλούς αδελφού με σύνδρομο Down; Γράφετε συνέχεια για την έλλειψη;

– Είναι η αίσθηση που έχω σε όλη μου τη ζωή. Τα είχα όλα όταν ήμουν νέα κι αισθανόμουν ότι μου λείπει κάτι. Ο αδελφός μου με επηρέασε με άλλον τρόπο. Τα ωραιότερα κομμάτια που γράφω είναι όταν προσπαθώ να δω τη ζωή όπως νομίζω ότι εκείνος την καταλάβαινε.

Οποιος γράφει συνέχεια καταστρέφεται

– Το σήμερα πώς το ζείτε;

– Η καθημερινότητά μου χωρίζεται στο εάν είμαι στην Αθήνα ή εκτός Αθηνών. Εχει αρχίσει και με κουράζει η πόλη. Μου λείπει πλέον η φύση. Εάν γράψω ένα επόμενο βιβλίο, γιατί κρατούσα σημειώσεις παράλληλα με τη συγγραφή αυτών των διηγημάτων, θα έχει να κάνει με τη φύση.

Βάζω ένα πρόγραμμα στον εαυτό μου κάθε μέρα να βλέπω ανθρώπους, να μιλώ την ανθρώπινη ομιλία, διότι έχω μια τάση να μπορώ να διαβάσω μέρες ολόκληρες. Την πρώτη μέρα που γύρισα τώρα το φθινόπωρο από την Εύβοια διάβασα 732 σελίδες. Δεν είναι και πολύ υγιεινό αυτό. Βάζω όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Γιατί έχω την τάση να με απορροφά ένας κόσμος φανταστικός. Δεν γράφω πολύ. Εχουν φτάσει να με κατατάσσουν στους ολιγογράφους, ενώ γι’ αυτούς που γράφουν πολύ χρησιμοποιούν τη λέξη πολυγραφότατος, σε υπερθετικό βαθμό. Εγώ, αντιθέτως, πιστεύω ότι όποιος γράφει συνέχεια, μπορεί να καταστρέψει το όποιο ταλέντο του. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μην αρέσουν αυτά που γράφω, πόσο μάλλον να ακούγεται και συνέχεια το όνομά μου.

– Δεν είστε μέσα στους συγγραφικούς κύκλους δηλαδή;

– Δεν κάνω παρέα με κανέναν. Δεν ξέρω τίποτε από όσα συμβαίνουν. Είμαι σε βαθιά άγνοια γι’ αυτά που γίνονται στο σινάφι. Ακόμα και να βρεθώ με κόσμο, δεν κάνω καμιά φορά ούτε τις βασικές ερωτήσεις στους άλλους.

Το χρήμα

– Και η σχέση με το χρήμα;


– Κάποτε ταξίδευα με το αεροπλάνο κι ένας άνδρας έφυγε από την Α΄ θέση για να καθίσει δίπλα μου, νόστιμος ήταν, είχε αρχίσει ένα φλερτ. Υστερα από λίγο με προσκαλεί να πάω μαζί του με το ιδιωτικό του αεροπλάνο. Προσποιήθηκα ότι νύσταξα, γύρισα από την άλλη πλευρά κι έκλεισα και τα μάτια.

– Υπήρξατε όμως ματαιόδοξη;

– Ημουν, αλλά σε σχέση με την εμφάνισή μου. Εχω υπάρξει ματαιόδοξη, τρέχοντας πίσω από την έξαψη της στιγμής, αλλά δεν είμαι φιλόδοξη. Τίποτα δεν μου λέει το να είμαι επώνυμη, όταν νιώθω τόσο ατελής. Η αίσθηση της ματαιότητας μου τραβάει συνέχεια την ουρά. Μια μικρή αντίδραση είναι να προσπαθώ ό,τι κάνω να τα κάνω καλά, και με αυτή την έννοια απεχθάνομαι την προχειρότητα, την ευκολία και πιστεύω εντέλει στην προσπάθεια. Και συχνά χρειάζεται προσπάθεια για να λες «ναι» ακόμα και στα ωραία και στα υψιπετή. Εκ των υστέρων, έχω αναθεωρήσει και ως προς τη ματαιοδοξία της εμφάνισης. Είναι καλύτερο μια ωραία γυναίκα να μην ξέρει πόσο ωραία είναι στα μάτια των άλλων. Εγώ ας πούμε έχανα, γιατί το καταλάβαινα και έπαιζα με αυτό. Αλλη μία από τις αδυναμίες μου ήταν και αυτή. Τελικά, σε τι ήμουν δυνατή δεν ξέρω, μάλλον είμαι δυνατή στο ότι επιβίωσα και γερνάω.

Διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα

Η Μαρία Μήτσορα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι, η εργασία της ήταν πάνω στη δυναμική μικρών ομάδων. Εχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλο τον κόσμο, από τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή, από το Πεκίνο μέχρι τη Νικαράγουα, τον Ορινόκο και τη Σάντα Φε ντε Μπογκοτά. Γράφει από το 1978 διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα, «Αννα, να ένα μήλο» (Ακμων 1978, Πατάκης 2007), «Σκόρπια Δύναμη» (Οδυσσέας 1997), «Ο ήλιος δύω» (Οδυσσέας 1997), «Περίληψη του κόσμου» (Κέδρος 1999), «Καλός καιρός/μετακίνηση» (Πατάκης 2005). Το βιβλίο «Από τη μέση και κάτω» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. «Δεκαπέντε διηγήματα, μερικά ήδη δημοσιευμένα, τα περισσότερα καινούργια και γυαλιστερά (ακόμα κι αν είναι σκοτεινή η λάμψη τους). Οι πρωταγωνίστριες και οι πρωταγωνιστές πάντα στο σταυροδρόμι του Τυχαίου με το Προδιαγεγραμμένο, καμιά φορά τραβάνε την ουρά του Κέρβερου. Παίζουν με τη ζωή παίζοντας τη ζωή τους. Στο τέλος θα σπάσουν τα δεσμά των φράσεων και θα τρέξουν να κρυφτούν πάλι μέσα στους καθρέφτες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ