ΒΙΒΛΙΟ

Η παράδοση των ανυπεράσπιστων ηρώων

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΧΡΗΣΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα
εκδ. Πόλις

Έ​​να εύλογο ερώτημα που γεννήθηκε μετά τη βραβευμένη συλλογή «Κάτι θα γίνει θα δεις» (2010), ήταν τι θα μπορούσε να γράψει εν συνεχεία ο Χρήστος Οικονόμου; Να παρακάμψει, να αψηφήσει, να υπερβεί την αποπνικτική ατμόσφαιρα απόλυτης εγκατάλειψης, βαθιάς ταπείνωσης και ριζικού αδιεξόδου των ανυπεράσπιστων ηρώων του στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας; Ή να επανέλθει στις οδύνες τους; Διότι τα κείμενά του ήταν τόσο ολοκληρωτικά δοσμένα στον πόνο τους, τόσο ισχυρά σφραγισμένα απ’ την απόγνωση, τόσο ποτισμένα απ’ την πικρία τους, που η απομάκρυνση από τα πάθη τους θα έμοιαζε προδοσία. Θα είχε όμως κάτι άλλο να προσθέσει;

Ως ηθικά ακέραιο άτομο, ο σαραντατετράχρονος συγγραφέας παρέμεινε πιστός στον κόσμο του – και ως αυθεντικός τεχνίτης τον εμπλούτισε. Τα τέσσερα διηγήματα της νέας συλλογής, «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα», μεταφέρουν τη δράση τους σε ένα διαφορετικό νεοελληνικό τοπίο, στην παραθαλάσσια τουριστική ύπαιθρο – σε ένα φανταστικό κυκλαδικό νησί μεταξύ Σαντορίνης και Κρήτης. Ενδεχομένως πρόκειται για κάποιο ξέγνοιαστο χώρο θερινής φυγής με γοητευτική ατμόσφαιρα που ελκύει τους τουρίστες, διότι είναι φανερό πως το νησί της συλλογής διαθέτει βαριά τουριστική βιομηχανία.

Εμείς όμως δεν βλέπουμε τίποτε από όλα αυτά. Ερχόμαστε, αντιθέτως, σε επαφή με τρομαγμένα πρόσωπα, με απελπισμένα άτομα, με πελιδνούς ανθρώπους, που ζουν ωσάν τρόφιμοι φυλακών, ωσάν κατάδικοι, ωσάν ισόβια θύματα ενός άτεγκτου μηχανισμού που δεν τους αφήνει να ζήσουν. Η αιτία; Οι ήρωες είναι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού, προέρχονται όμως από άλλα μέρη κι έπεσαν πάνω σε ομάδες και συμφέροντα και στην ανελέητη σύγκρουση ανάμεσα σε αδίστακτους ντόπιους –τους αρουραίους– και στους απροστάτευτους μετοίκους – τους ξενομπάτες. Οι νεοαφιχθέντες δεν είναι ούτε αλάνθαστοι ούτε αθώοι. Είναι όμως αδύναμοι και τα ολίγιστα που ζητούν είναι ανέφικτα. Διότι τα ήθη έχουν εκτραχηλισθεί, διότι έχουν μπει σε κίνηση οι μηχανισμοί του μίσους και οι κύκλοι του αίματος, με αποτέλεσμα φόνους, βιασμούς και εμπρησμούς, κι απελπισμένες αυτοχειρίες.

Το ελκυστικό νησί που αντικρίζουμε στα θερινά ταξίδια μας μεταμορφώνεται σε ένα απαίσιο σκηνικό, σε τόπο σκοτεινό, σε ζοφερό τοπίο, καθώς επαληθεύεται πως στην πραγματικότητα η εφιαλτική κόλαση βρίσκεται εκεί όπου κατοικεί ο συμπατριώτης, ο συνάδελφος, ο συνάνθρωπος – είναι ο άλλος.

Ο Τάσος με τα κοινωφελή οράματα, ο Χρόνης με τις βίαιες αρχές, η Αρτεμη και ο Σταύρος με την καλοπροαίρετη δημιουργικότητα και ο Λάζαρος με τα αφελή σχέδια κοινωνικής ανόδου θα υποστούν ανεπανόρθωτες ζημιές. Ο αναγνώστης ζει τον πόνο, την απόγνωση, τη συντριβή τους. Οταν η απώλεια αφορά την ανθρώπινη ζωή η κατάρρευση είναι ολοσχερής. Ανάλγητοι, οι τοπικοί παράγοντες πλήττουν τον αντίπαλο στην καρδιά κι ύστερα απ’ τη χυδαία τους επίθεση τα θύματα αδυνατούν να ζήσουν. Ο Τάσος και ο γιος του Λάζαρου θα εξαφανιστούν οικειοθελώς μέσα σε μιαν άβατη σπηλιά. Ανάπηρος από δική του υπαιτιότητα, ο Χρόνης θα γκρεμιστεί στα πόδια μιας υποκριτικής κοινότητας. Αντίθετα, τις υλικές ζημιές, ο Σταύρος και η Αρτεμη θα τις αντιμετωπίσουν με νεανική αντοχή κι ωραία φαντασία.

Ο Χρήστος Οικονόμου συνεχίζει να καλλιεργεί τη λογοτεχνική παράδοση των ανυπεράσπιστων ηρώων του Δ. Χατζή καθώς, εκτός από οδυνηρές κραυγές, μέσα στις σελίδες του ακούγεται κάτι σαν το γεμάτο αξιοπρέπεια παράπονο του ολιγαρκούς Σπούργου, «Ολα τα χαλάτε. Γιατί;». Στο «Καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα», όμως, το κακό δεν έχει μοναχά ρίζες κοινωνικές. Είναι αυτοφυές κι υπάρχει αμιγώς. Γεννιέται αυτόνομα και είναι αναπόδραστο, καθώς, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις ή τις εποχές, συνιστά ακαταμάχητη ανθρώπινη υπαρξιακή συνθήκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ