ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΖΟΥΝΟ ΝΤΙΑΖ
Να πώς χάνεις μια γυναίκα
μτφρ.: Νίνα Μπούρη
εκδ. Πατάκης

Η σεξουαλικότητα στα χέρια ενός επιδέξιου εραστή του λόγου, ενός συγγραφέα, του Τζούνο Ντίαζ εν προκειμένω, γίνεται ένας λεπτοφυής καμβάς για να μιλήσει για τη μοναξιά του ξενιτεμένου, του μετανάστη, για την απόγνωση, τον αποκλεισμό και τον ρατσισμό που εκείνος βιώνει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες του σήμερα όλα αυτά. Κι έχει σημασία να το τολμά αυτό ο Ντίαζ ως κύριος ενσαρκωτής του Αμερικανικού Ονείρου. Ο ίδιος είναι ο μικρός «ξένος» από τον Αγιο Δομίνικο που έφτασε να διδάσκει δημιουργική γραφή στο MIT. Δεν το λες και μικρό κατόρθωμα αυτό.

Στο μυθιστόρημά του «Να πώς χάνεις μια γυναίκα» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση από τη Νίνα Μπούρη, ο Ντίαζ με μια προφορικότητα που τσακίζει κόκαλα, ως ένας σύγχρονος Χόλντεν Κόλφιντ, αποτίει φόρο τιμής στον λοξό, παραληρηματικό, πλάγιο μονόλογο του Σάλιντζερ. Παραπονιέται μυξοκλαίγοντας για την αποτυχία των ερωτικών του σχέσεων ο ήρωάς του, ο Γιούνιορ, αλλά την ίδια ώρα έχει πάρει ένα κοφτερό μαχαίρι και σκάβει στη σήψη της αμερικανικής κοινωνίας. Βγάζει στην επιφάνεια άρρωστες συνδέσεις και σκοτεινά ψυχικά λαγούμια. Από την πλήρη απουσία πνευματικότητας σε έναν επιφανειακό -και κάποτε άδειο- τρόπο ζωής μέχρι την κατάθλιψη του καιρού μας.

Επιλέγει εξαρχής το πεδίο του έρωτα και κρύβει τεχνηέντως εντός του όλα τα ζητήματα που δεν τολμά να αγγίξει η πολιτική ορθότητα και η πολιτική η ίδια ως τέχνη του εφικτού. Λέει τον ερωτικό του πόνο και στήνοντας από την ανάποδη ένα εγχειρίδιο απιστίας, πώς να χάσεις τη γυναίκα σου -που δεν είναι και τόσο δύσκολο για έναν άντρα- ξεγυμνώνει τη δύσκολη καθημερινότητα για έναν ξένο, ένα Δομινικανό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έναν που αποτελεί μειονότητα και που έχει να παλέψει με όλα. Με την παλιά του ταυτότητα, με το τι ήταν προτού πατήσει το πόδι του στη Γη της Επαγγελίας και με την καινούργια που οφείλει να υιοθετήσει, εάν θέλει να ενσωματωθεί και να επιβιώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν επιθυμεί να γίνει homo americanus.

Εχει και άλλη επιλογή;

Ο ήρωας δεν έχει την αδερφούλα του για σύντροφο στο μυθιστόρημα, όπως «Ο φύλακας στη σίκαλη» τη Φοίβη, αλλά τον μεγαλύτερο αδερφό του. Πατάει στα χνάρια της δικής του ερημιάς και αποτυχίας ως ένας υπερσεξουαλικός άντρας που ήταν ο αδερφός του και βρήκε τελικά μόνο τη ματαίωση μέσα του όσο κι αν αναζητούσε την ελευθερία σε τόσο πολλά ετερόκλητα γυναικεία κορμιά. Η θηλυκή υπόσταση εδώ παίρνει και την έννοια της πατρίδας: εάν θέλω να ανήκω κάπου, ας ανήκω στο σώμα μιας γυναίκας, στη ζεστασιά του ή και στην αφιλόξενη, δυσερμήνευτη διαφορετικότητά του κάποιες φορές. Χώρα μου γίνεται το κορμί του άλλου. Ο Αλλος. Και τότε γίνομαι όλο και πιο ξένος, γιατί δεν κατοικώ τον εαυτό μου.

Και ο Γιούνιορ το πράττει αυτό και σχηματικά: αποξενώνεται συνεχώς από τον ίδιο του τον εαυτό. Ποιος είναι άραγε; Ο άντρα εκείνος που αποφασίζει στην αρχή να πνίξει την ερωτική του απογοήτευση μέσα στον καπνό, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά; Ή μήπως ο άλλος που αρχίζει να σηκώνει βάρη μετά μανίας, να κάνει γυμναστική σαν τρελός, να τρέχει μέσα στην παγωμένη πόλη, να μετακινεί τον δίσκο της σπονδυλικής του στήλης από υπερβάλλοντα ζήλο στη γιόγκα; Ποιος είναι αυτός ο άντρας; Που τραυματίζεται σωματικά αναζητώντας ένα καταφύγιο για την ψυχή του, για το μυαλό του· που ψάχνει εναγωνίως να ριζώσει κάπου, σε μια χώρα, σε μια γυναίκα, σε μια ταυτότητα, σε έναν εαυτό. Είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει, όχι στο Μπρούκλιν των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά στη χιονισμένη Βοστώνη, κοντά έναν αιώνα μετά.

Και ο Τζούνο Ντίαζ δεν αστειεύεται. Γράφει ένα μυθιστόρημα που ρέει. Κολλάς ως αναγνώστης. Θες το παρακάτω. Αυτή η εύκολη φαινομενικά αφήγησή του, αυτή η λοξή του πρόζα που νομίζεις την εκστομίζει με ένα στραβό ειρωνικό χαμόγελο, σε παγιδεύει. Κι εκεί σιγουρεύεσαι ότι η προφορικότητα που διέσωσε ακόμη και τα ομηρικά έπη, είναι μια πατρίδα για τη λογοτεχνία. Δεν την επιλέγει τυχαία και ο Ντίαζ. Η προφορικότητα κρατάει μέσα στους χυμούς της όλες τις αποχρώσεις της αφήγησης, όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις, στρέφει τα φώτα εκεί που πρέπει για να βγει στον αφρό όλο το κρυμμένο σκοτάδι, αλλά με ύφος, με λεπτότητα, με τακτική. Πρόκειται για μια στρατηγική πολέμου. Οι λέξεις γίνονται η πιο καίρια ασπίδα που έχεις να αντιτάξεις στον εξωτερικό εχθρό. Κι ακόμα χειρότερα στον εχθρό που φωλιάζει μέσα σου.

​​Το βιβλίο θα βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ