ΒΙΒΛΙΟ

Ιστορικός και ιδεολόγος

ΔΗΜΗΤΡΗ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Ο Ερικ Χομπσμπάουμ φωτογραφημένος το 2008 στη Βιέννη, κατά τη διάρκεια συνέντευξης. Παρότι δεν έπαψε να δηλώνει μαρξιστής ιστορικός, δεν ήταν άκριτος υποστηρικτής της ΕΣΣΔ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΚΡΕΓΚΟΡΙ ΕΛΙΟΤ
Χομπσμπάουμ. Ιστορία και πολιτική
μτφρ.: Π. Ματάλας
Πανεπιστημιακές
εκδ. Κρήτης

Βερολίνο 1931. Το ψιλόλιγνο εβραιόπουλο με τα χοντρά γυαλιά είναι μόλις 14 χρόνων όταν φθάνει στη γερμανική πρωτεύουσα με τον Αγγλο πατέρα του. Και πέφτει κατευθείαν στα βαθιά. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης βιώνει τις τελευταίες της συσπάσεις - όλοι το βλέπουν. Συμπιεσμένος ανάμεσα στον εθνικοσοσιαλισμό της άκρας Δεξιάς με τον διακηρυγμένο αντισημιτισμό της, και τους σιωνιστές με τη θρησκοληψία τους, θεωρεί ότι δεν έχει επιλογές: ανάμεσα σε κανένα μέλλον και σε ένα κάποιο μέλλον, όπως θα πει αργότερα, θα επιλέξει τις υποσχέσεις που δίνει η κομμουνιστική στράτευση.

Για τον μελλοντικό ιστορικό η επιλογή αυτή θα αποβεί καθοριστική. Βρισκόμαστε στον αιώνα των μεγάλων ιδεολογιών, οι οποίες έχουν το πλεονέκτημα να προσφέρουν στο υποκείμενο έναν τρόπο να κατανοεί τον κόσμο, αλλά και το μειονέκτημα να απαιτούν από αυτό να κλείνει τα αυτιά του στις αντιφάσεις τους. Η ζωή και η σκέψη του Ερικ Χομπσμπάουμ θα μπλεχτεί σε αυτή τη δίνη κάπου 70 χρόνια, και θα γίνει ακριβώς η φωνή των ιστορικών της αντινομιών.

Ανήκοντας σε μια νεότερη γενιά, ο Γκρ. Ελιοτ, συγγραφέας τούτης της πνευματικής βιογραφίας θέτει χωρίς περιστροφές το ερώτημα το οποίο απασχολεί και τον πρόλογο του ιστορικού Χρ. Χατζηιωσήφ στην ελληνική έκδοση: πώς μπορεί κανείς να είναι «καλός» ιστορικός και ταυτόχρονα να είναι ταγμένος σε μια ιδεολογία;

Ο Χομπσμπάουμ παρότι φυσικά δεν έπαψε ποτέ να δηλώνει μαρξιστής ιστορικός, δεν ήταν άκριτος υποστηρικτής της ΕΣΣΔ. Και φαίνεται ότι γεγονότα όπως η σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 κλόνισαν περαιτέρω την πίστη του, όσο κι αν αρχικά είχε προσπαθήσει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Πάντως, κατά την άποψή του, ο Μαρξ ήταν παιδί της νεωτερικότητας, υπό την έννοια ότι το σχέδιό του τασσόταν υπέρ της προόδου, δηλαδή της αέναης βελτίωσης των όρων ζωής των ανθρώπων. Με τον εμπλουτισμό αργότερα της σκέψης τού Γκράμσι ή της Λούξεμπουργκ, το σχέδιο αυτό υπερέβαινε, υποτίθεται, τόσο τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό, όσο κι έναν νεο-ωφελιμιστικό φιλελευθερισμό που ήταν άλλωστε νεκρός στις αρχές του 20ού αιώνα. Οπως διαφαίνεται στην περίφημη «τριλογία» του Χομπσμπάουμ για τον 19ο αιώνα, ο καπιταλισμός αντιμετωπιζόταν ως ένα ιστορικό φαινόμενο που έφερε εγγενώς μέσα του τα σπέρματα της αυτοκαταστροφής του. Ενας άλλος κόσμος ήταν άραγε εφικτός στον αρχόμενο 20ό αιώνα;

Η κατάρρευση ενός κόσμου

Οπως παραδεχόταν και ο ίδιος, τα προβλήματα ξεκινούν όταν επιχειρείς να συγγράψεις την ιστορία του καιρού σου. Γιατί τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος να προσπαθήσεις να χωρέσεις τα γεγονότα στα δικά σου παπούτσια. Η φιλόδοξη σύνθεσή του για τον 20ό αιώνα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η εποχή των άκρων» (1994) είχε να παλέψει ακριβώς με αυτή την πρόκληση: να μην είναι στην ουσία της αυτοβιογραφική. Και τούτο διότι ο Χομπσμπάουμ δεν ήταν αμέτοχος στα τεκταινόμενα της εποχής του. Ετσι, υπήρξε επικριτικός με το πνεύμα του Μάη του ’68 και με τη Νέα Αριστερά, ως ακραία ατομικιστική, ενώ είχε υποστηρίξει ένα μετριοπαθές Εργατικό Κόμμα στην πατρίδα του ως αντέρεισμα στον θατσερισμό. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να διεκδικήσει το στέμμα τού πολιτικά ανεξίθρησκου. Το βασικό του πρόβλημα όμως ήταν ότι εν πολλοίς εξακολουθούσε να διαβάζει τον κόσμο μέσα από τις πολιτικές διαιρέσεις της δεκαετίας του ’30. Και ο κόσμος αυτός θα έχανε οριστικά μετά το 1989 και τις τελευταίες του βάσεις.

Πράγματι, όπως και άλλοι συγκαιρινοί του, ο καθηγητής του Birkbeck έμοιαζε να μην μπορούσε πλέον να πατήσει σε στέρεο έδαφος, από τη δεκαετία του ’90 και μετά. Ο φιλελεύθερος κόσμος που ξεπρόβαλλε μπροστά του φαινόταν χαοτικός. Αυτό ίσως τον έκανε να υποτιμά τις κατακτήσεις του: δηλαδή την εξάπλωση της δημοκρατίας πέραν του δυτικού κόσμου, την τελευταία 30ετία· τη σαφή βελτίωση των συνθηκών ζωής όλο και περισσότερων ανθρώπων στη γη εξαιτίας ακριβώς της παγκοσμιοποίησης· τη χειραφέτηση των ατόμων και των μειονοτικών ομάδων, χάρη στην κληρονομιά του ’68· την εξάλειψη μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων όπως αυτές στις αρχές του 20ού αιώνα. Δημοκρατία και καπιταλισμός -μέσα από τις δικές τους αντιφάσεις- είχαν μεν θριαμβεύσει έναντι των αντιπάλων τους, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο σημαντικό.

Κυρίως -και αυτό ήταν που θα έπρεπε να χαροποιεί έναν οπαδό της προόδου- είχαν φθάσει να αγγίζουν με θετικό τρόπο τις ζωές όλο και πιο πολλών ατομικών υποκειμένων. Από τη δική του οπτική λοιπόν -άσχετα αν δεν μπορούσε να το διαβάσει έτσι- είχε τρόπον τινά επιβεβαιωθεί ο Μαρξ, ακόμη κι αν είχαν χρειαστεί γι’ αυτό τα συντρίμμια της κομμουνιστικής ουτοπίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο δικός μας χαοτικός κόσμος είναι σίγουρο ότι δεν του πήγαινε. Οι νεότεροί του έμαθαν να ζουν χωρίς ιερά τοτέμ, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο πολιτικοποιημένοι. Ούτε αναγκαστικά και περισσότερο «αντικειμενικοί».

*Ο κ. Δ. Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και γραμματέας Σύνταξης της Νέας Εστίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ