ΒΙΒΛΙΟ

Φλέμινγκ και Σιμενόν περί παντός

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

0 Ζορζ Σιμενόν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύο επιτυχημένοι συγγραφείς, ο Ιαν Φλέμινγκ (1908-1964) και ο Ζορζ Σιμενόν (1903-1989), συναντώνται και συζητούν θέματα που αφορούν τους ήρωές τους, το είδος το οποίο εκπροσωπεί ο καθένας, την τέχνη της γραφής, τη διαδικασία της έκδοσης των βιβλίων τους, τη σχέση τους με τον χρόνο και τη διάρκεια της λογοτεχνικής αξίας των έργων τους.

Ο Φλέμινγκ επισκέφτηκε τον Σιμενόν, το 1964, έπειτα από ένα πρωτάθλημα γκολφ, στον πύργο του, κοντά στη Λωζάννη, και ο δημοσιογράφος Γκόρντον Γιανγκ, αφού μαγνητοφώνησε τη συνομιλία, τη δημοσίευσε πρώτα στο λογοτεχνικό ένθετο της γαλλικής εφημερίδας Le Figaro και αργότερα σε γνωστό αμερικανικό περιοδικό.

Οι δύο συγγραφείς ανταλλάσσουν απόψεις με άνεση και φαίνεται ότι έχουν κοινές συνήθειες, αλλά και διαφέρουν σε πολλά, κάτι που φαίνεται, άλλωστε, και στα έργα τους. Η συζήτηση ανοίγει με την επισήμανση του Ι.Φ. ότι διάβασε για πρώτη φορά μυθιστορήματα του Ζ.Σ. το 1939, όταν εντυπωσιάστηκε από τα εξώφυλλα των βιβλίων του, που στάθηκαν η αφορμή να τα αγοράσει. Δηλώνει ότι το εξώφυλλο είναι σημαντικό, και γι’ αυτό, εξάλλου, ο ίδιος ασχολείται με την επιλογή των εξωφύλλων των βιβλίων του, ενώ ο Ζ.Σ. απαντάει ότι δεν επεμβαίνει στα εκδοτικά ζητήματα, με μόνη εξαίρεση την επιμονή του να μη γίνονται διορθώσεις και αλλαγές στα κείμενά του. Αποκαλύπτουν μικρές αδυναμίες της δουλειάς τους, τις «κακές συνήθειες» να επαναλαμβάνουν λέξεις και εκφράσεις, ή κάποιες εμμονές τους, όπως το να δίνουν τα χειρόγραφά τους στις γυναίκες τους για ανάγνωση, ενώ ο Ζ.Σ. παραδέχεται ότι με δυσκολία αποχωρίζεται τα κείμενά του.

Πάντως, ο τελευταίος εξηγεί ότι προσπαθεί να αποδώσει με απλό τρόπο κάθε τι που σκέφτεται, για να αποφύγει οτιδήποτε θυμίζει λογοτεχνία, με τον Ι.Φ. να παραδέχεται ότι μία από τις αρετές του Ζ.Σ. είναι ο απλός τρόπος έκφρασης και ότι σε εκατό χρόνια θα θεωρείται ένας από τους μεγάλους Γάλλους κλασικούς. Σ’ αυτό το σημείο ο Ζ.Σ. δίνει μια αφοπλιστική απάντηση: «Ειλικρινά σας λέω, αυτό ποσώς με ενδιαφέρει, μιας και δεν θα υπάρχω πια». Καμιά έπαρση, καμιά ματαιοδοξία. Απλώς ρεαλιστής.

Δεν θα μπορούσαν παρά να αναφερθούν και στα διαφορετικά είδη που υπηρετούν, με τον Ι.Φ. να επισημαίνει ότι ο ίδιος γράφει θρίλερ γεμάτα δράση και καθόλου ψυχολογία, σε αντίθεση με τον Ζ.Σ. που ασχολείται με μυθιστορήματα αγωνίας και χαρακτηριστικά ψυχολογίας.

Και ενώ ο Ι.Φ. διαβάζει μυθιστορήματα και έργα του Ζ.Σ., ο δεύτερος ομολογεί ότι είχε σταματήσει να διαβάζει μυθιστορήματα από πολύ νωρίς, επιλέγοντας να γράφει καθημερινά ένα κεφάλαιο, πρώτα χειρόγραφα κι έπειτα στη γραφομηχανή. Και εξομολογείται ότι διακατέχεται από την τάση, που έχουν πολλοί συγγραφείς, να θεωρεί τα έργα του, όταν ολοκληρώνονται, άθλια και βαρετά. Εξάλλου, επειδή καταδιώκεται από την ίδια τάση και ο Ι.Φ., αποφεύγει να διαβάζει τα μυθιστορήματά του.

Πάντως, συμφωνούν και οι δύο ότι σημαντικό ρόλο στο στυλ των βιβλίων τους παίζει ο ρυθμός, ενώ ο Ζ.Σ. ισχυρίζεται ότι δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το στοιχείο «ποιος είναι ο δολοφόνος», μια και οι αναγνώστες το γνωρίζουν από την πρώτη στιγμή. Σημασία γι’ αυτόν έχει, άλλωστε, η προσπάθεια να κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί, με τον Ι.Φ. να συμφωνεί, αφού το ζητούμενο «ποιος είναι ο δολοφόνος» είναι ξεπερασμένο.

Στο ερώτημα του δημοσιογράφου αν οι προσωπικές τους εμπειρίες επηρεάζουν το γράψιμο, οι δύο συγγραφείς απαντούν αρνητικά, με την επισήμανση, όμως, ότι οι παρατηρήσεις τους αποτελούν το υλικό των βιβλίων τους. Και όταν έρχεται η συζήτηση στους ήρωές τους, ο Ι.Φ. εξομολογείται ότι πλάθει τις ηρωίδες του αισθησιακές, μολονότι τις «προικίζει» με μια «ανεπαίσθητη αναπηρία για να δείχνουν πραγματικές», ενώ ο Ζ.Σ. παρατηρεί ότι οι πανέμορφες γυναίκες είναι βαρετές, ταιριάζουν μόνο στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Οι ήρωές τους, ο Μποντ και ο Μαιγκρέ, δεν έχουν ηλικία, δεν μεγαλώνουν, με τον Ι.Φ. να γράφει τη νεκρολογία του ήρωά του –θα ξαναγεννηθεί αργότερα– και τον Ζ.Σ. να «ανασταίνει» τον Μαιγκρέ επίσης. Και αν ο Ι.Φ. ομολογεί ότι κουράστηκε να γράφει, ο Ζ.Σ. εξομολογείται ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το γράψιμο, γιατί όταν δεν γράφει χάνει την αυτοπεποίθησή του, νιώθει ξεριζωμένος», εφόσον το γράψιμο του δίνει τη δυνατότητα να μάθει καινούργια πράγματα, να προχωρήσει «κάτω από το δέρμα των ανθρώπων».

Οσο για τις κριτικές; Ο Ζ.Σ. αδιαφορεί και δεν τις διαβάζει, ενώ ο Ι.Φ. ενδιαφέρεται το ίδιο για τις κακές και τις καλές κριτικές, επειδή, όπως εξηγεί, αντιμετωπίζει το έργο του με ταπεινότητα.

Η απολαυστική συζήτηση ανάμεσα σε δύο σπουδαίους συγγραφείς αποκαλύπτει πτυχές της προσωπικότητάς τους και ρίχνει φως στο εργαστήρι της τέχνης τους.

​​Ian Fleming - Georges Simenon, «Μποντ εναντίον Μαιγκρέ», μία συζήτηση, μτφρ. Μαρία
Αγγελίδου, εκδ. Αγρα 2015

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ