ΒΙΒΛΙΟ

Η αίσθηση των πραγμάτων

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΗΛΙΑΣ Λ. ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΣ
Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες
εκδ. Κίχλη

​​Η σκιά του θανάτου, το σχήμα της απώλειας, το αίνιγμα του χρόνου κυριαρχούν στα είκοσι τρία μικρά διηγήματα της πέμπτης συλλογής του Ηλία Λ. Παπαμόσχου. Υστερα από αναζητήσεις και πειραματισμούς πολλών χρόνων, ο Βορειοελλαδίτης πεζογράφος μοιάζει να συνέλαβε την κατάλληλη μορφή, τη φόρμα που περικλείει ιδανικά το περιβάλλον, το γεγονός, τον συνειρμό, το αίσθημα και την ιδέα. Διότι αυτό με το οποίο ο σαρανταοκτάχρονος συγγραφέας καταγινόταν δεν ήταν να φτιάξει ένα εξωτερικό τοπίο, κοινωνικές περιπέτειες με τ’ αναπάντεχα γυρίσματα του βίου των ηρώων, αλλά το βάρος της αίσθησης που αφήνουν πίσω τους τα πράγματα, την ανταπόκριση μέσα μας που έχουν οι αναμνήσεις, το ίχνος της παράδοξης εντύπωσης που σχηματίζει ό,τι ονομάζουμε ζωή. Πάλεψε έτσι να αναπλάσει τον αντίκτυπο του ρέοντος αλλά κυρίως του φευγαλέου, διαμορφώνοντας ποιητικά ισοδύναμα έτσι ώστε να καταγράψει, να απεικονίσει και ν’ αποδώσει το πλέον δύσκολο, το πιο απαιτητικό, το κορυφαίο επίτευγμα της καλλιτεχνικής πράξης: το υπεραισθητό, αυτό που στιγμιαία αισθανόμαστε και όμως μας διαφεύγει.

Το περιβάλλον των κειμένων του Παπαμόσχου δεν είναι αστικό. Εχοντας γεννηθεί στην Καστοριά στην οποία επέλεξε τελικά να ζήσει, ανασταίνει τα τοπία της περιοχής μαζί με τα ζωντανά τους διαθέτοντας εκείνη την ιδιαίτερη ματιά που έχει ασκηθεί να βιώνει βαθιά συγκίνηση μέσα στη φύση – μες στην υπόγεια σπηλιά, στη λίμνη με τις παρόχθιες ομίχλες, σ’ έναν κόσμο όπου κατοικούν άνθρωποι αλλά και πέρδικες, κοτσύφια, πετεινοί, παγώνια, αλεπούδες, λιβελούλες. Στην πλειονότητα των κειμένων, η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Δεν είναι όμως το ίδιο πρόσωπο που μιλά – πότε ένας Μανώλης, άλλοτε ένας Χρίστος. Τη συλλογή ωστόσο συνέχει κοινή ατμόσφαιρα, ένα ενιαίο κλίμα, το ίδιο πνεύμα έτσι όπως προκύπτει μέσα από τη στοχαστική διάθεση, την άκρα ευαισθησία, τη δραστική έκφραση και το καλλιεργημένο βλέμμα – όχι επιδεικτικό, αλλά μετρημένο και ουσιαστικό. Το γλωσσικό όργανο κάνει παρομοιώσεις (κορμοί δέντρων υψώνονται σαν αντένες τού κάτω κόσμου μιας και δεν έχουν φύλλα)· αναγωγές (κι εκεί ψηλά, σαν ανάσας λαχάνιασμα το θρόισμα των φύλλων ακούγεται, γλώσσες μυριάδες μουρμουρίζουν το μυστικό της ζωής)· μεταφορές (τι υποδηλώνει το λάλημα του πετεινού μέσα στην ημέρα, μήπως νέες προδοσίες;). Η έκφραση καταφεύγει σε μυθολογικά σύμβολα (το κοράκι-ψυχοπομπός, το γόνιμο γλυκό ρόδι)· δημιουργεί πλαστικές εικόνες (το άσπρο φαναράκι κρεμασμένο με πετονιά απ’ τα κλαδιά μιας λεύκας)· κάνει αναφορές (Αναγνωστάκης, Μπρέχελ, ψαλμοί, Γκλεν Γκουλντ, επιτύμβιες στήλες). Ο υπαινιγμός κατέχει ιδιαίτερο ρόλο. Η δυνατότητα του Παπαμόσχου να πλάθει το απόκοσμο, να κοινωνεί με το άφατο, ν’ αγγίζει το επέκεινα, αντλείται από την ικανότητά του να υποβάλλει, να κάνει νύξεις, να υποσημαίνει καλώντας σε συμμετοχή, ενεργοποιώντας τη φαντασία και κινητοποιώντας τις αισθήσεις. Ετσι ένα απλό κωμικό πάθημα (σεβαστό ποσό θαμμένων ευρώ θα φαγωθεί από ποντίκια) μετατρέπεται στη μοιραία παγκόσμια ιστορία της διαδοχής πολιτισμών. Και το νοσοκομειακό έκθεμα μιας πεντάμηνης έκτοπης κύησης μετατρέπεται σε «δίκης οφθαλμός ος τα πάνθ’ ορά».

Ας μη θεωρηθεί πως από τα κείμενα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου λείπουν οι άνθρωποι. Ανάμεσα στους αραχνοϊστούς και τις ομίχλες υπάρχει ο Πολωνός ελαιοχρωματιστής, η Αλβανή καθαρίστρια, οι ψευδοί δίδυμοι, η προϊούσης άνοιας θεία. Και πάνω απ’ όλους ο παππούς και η γιαγιά, ζωντανοί, τρυφεροί και σοφοί, αν και βαριοί στα χρόνια, λίγο πριν φύγουνε κι αφήσουν πίσω τους άμετρη νοσταλγία γι’ αυτό που μόνο η γλώσσα, η πλαστική και το αίσθημα μπορούν να φέρουν πίσω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ