ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Απόκοσμοι τόποι, γοητευτικοί μέσα στη μοναξιά τους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ*

Υπάρχουν τόποι που το άρωμά τους, μείγμα από ήχους απόκοσμους και αναταραχή της φύσης, είναι διάσπαρτο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στη μνήμη του Δημήτρη Πολέμη

Εχω ταξιδέψει σε άλλες χώρες με μαγευτικές πολιτείες κι έχω ζήσει περιπέτειες που μοιάζουν με παραμύθι. Τόποι που η δόξα τους δεν σβήνει ποτέ από τη μνήμη. Ομως δεν θα ήθελα να μιλήσω για τέτοιες εμπειρίες, που ανταγωνίζονται τους «οδηγούς» και τις «εφαρμογές», σε έναν κόσμο όπου όλα είναι πια ευπρόσιτα άρα και προβλέψιμα. Θα σας προτρέψω να ψάξουμε μαζί αλλού.

Υπάρχουν μερικοί τόποι που μοσχοβολούν. Δεν το πιάνεις εύκολα γιατί τραντάζεται η ατμόσφαιρα από το μελτέμι, βράζουν τα κύματα και κελαηδούν τα σύρματα του ηλεκτρικού από ψηλά. Oμως το άρωμά τους, ένα μείγμα από ήχους απόκοσμους και αναταραχή της φύσης, είναι απλωμένο παντού. Ισως έχει να κάνει με τον άνεμο που περνά μέσα από τις διάτρητες, ακίνητες αφάνες και αναγκάζει τα λεπτά χορτάρια να λυγίζουν συνεχώς προς την ίδια κατεύθυνση, χορευτικά.

Αυτά τα ξέρουν καλά τα γεράκια, τα κοράκια, ακόμα κι οι γλάροι που ξεστρατίζουν προς τη στεριά. Ετσι που περπατάς μεθυσμένα, βλέπεις ένα κοπάδι κοράκια να βγαίνουν ξαφνικά πίσω από μια ράχη, με κλειστά φτερά, σαν μικρές μαύρες βολίδες, να ισορροπούν επικίνδυνα πάνω στις ριπές του ανέμου, να περνούν πάνω από το κεφάλι σου και να χάνονται μετά από λίγο.

Το άλλο κομμάτι της ζωής εδώ είναι τα πρόβατα που βόσκουν ελεύθερα κι όταν σε αντιληφθούν, στέκονται σε διακριτική απόσταση και σε παρακολουθούν ακίνητα ώσπου να περάσεις. Αυτά, ζώντας όλο τον χρόνο ανάμεσα στις αφάνες, διατηρούν ένα δίχτυ από στενά μονοπάτια όπου συχνά αφήνουν ίχνη από το μαλλί τους πάνω στα αγκάθια. Είναι και τα λιγοστά μουλάρια που έχουν απομείνει, που διασχίζουν αυτές τις περιοχές με τους αγωγιάτες τους χωρίς να παραστρατίζουν. Περιστασιακά βλέπεις κανένα Αλβανό εργάτη που κατεβαίνει την πλαγιά με απίστευτη δεξιότητα, γυρίζοντας από τη δουλειά του.

Οι άνθρωποι έχουν πάντα τον τρόπο τους να επεμβαίνουν ακόμα κι εδώ, στους απόκοσμους τόπους. Κάποτε βάζουν στα κρυφά φωτιά στα «φρούανα», για να φυτρώσει φρέσκο χορτάρι. Τα δύο πρώτα χρόνια, αυτές οι γυμνές ράχες είναι θλιβερό θέαμα, με σκόρπια γαϊδουράγκαθα και γεμάτες αποκαΐδια. Την τρίτη χρονιά όμως μαγικά ξαναβγαίνουν φρέσκιες αφάνες, έτοιμες ν’ απλωθούν παντού. Με πόση χαρά περπατώ ανάμεσά τους, σαν να ήμασταν παλιοί γνώριμοι.

Δεν έχουν λόγο οι άνθρωποι να κατακτήσουν αυτούς τους ξεχασμένους τόπους και γι’ αυτό τους μαγαρίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκεί όπου περνάει ο δρόμος, πετάνε σκουπίδια κι αδειάζουν μπάζα από οικοδομές. Μετά αναλαμβάνει το έργο ο αέρας και η βροχή, που κουβαλούν τα πιο ελαφριά υλικά σε μεγάλες αποστάσεις ή τα μαζεύουν σε απάνεμα σημεία και σε κοιλώματα. Εδώ βλέπεις τι έχει μεγαλύτερη πέραση, τι αγοράζει ο κόσμος, ποια μαγαζιά πουλάνε περισσότερο.

Περνώ και χαζεύω τα σπαρμένα σκουπίδια, που έχουν πια γίνει ένα κομμάτι της φύσης. Οι πλαστικές σακούλες γρήγορα διαλύονται σε διάφανα κρόσσια που ανεμίζουν τρελά, τα πλαστικά μπουκάλια ξαπλώνουν στο χώμα άφθαρτα όπως και τα αλουμινένια κουτιά που μοιάζουν αθάνατα. Οι αφάνες τα υποδέχονται όλα αυτά φιλικά και τα χωνεύουν στην ανωνυμία τους. Μια αθώα συνύπαρξη χωρίς καμιά υστεροβουλία.

Οι ερημιές αυτές δεν έχουν όνομα. Οι χάρτες δεν τις σημειώνουν γιατί τις θεωρούν κενά, άδεια από νόημα και ιστορία. Τα αυτοκίνητα τις προσπερνούν για να πάνε στο επόμενο χωριό, την επόμενη ταβέρνα για φαγητό ή την αμμουδιά για μπάνιο. Πάνω απ’ όλα, καμιά αεροπορική εταιρεία δεν τις διαφημίζει ούτε πουλάει εισιτήρια ευκαιρίας για εκείνο τον προορισμό. Οι τοποθεσίες αυτές δεν έχουν καν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός τόπου: ανήκουν οπουδήποτε γιατί είναι άχρηστες, άγονες, απόκρημνες. Οσα στερητικά κι αν φανταστείτε επίθετα, είναι όλα εδώ συγκεντρωμένα.

Η ποίηση αυτών των τόπων είναι άχρονη, γιατί δεν τους αγγίζει το ανθρώπινο ενδιαφέρον. Είναι το τελευταίο καταφύγιο της φύσης, που οπουδήποτε αλλού πέφτει θύμα εκμετάλλευσης. Ετσι εκτεθειμένοι στους ανέμους κι αφιλόξενοι, οι τόποι αυτοί έχουν μια ελπίδα να επιβιώσουν. Γι’ αυτό και η μοναξιά τους είναι τόσο παρηγορητική.

* Ο κ. Δημήτρης Φιλιππίδης είναι αρχιτέκτων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ