ΒΙΒΛΙΟ

Μύθος και ιστορία για τον Περικλή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

«Η αποθέωση του Περικλή», τοιχογραφία του Γιώργου Γουναρόπουλου που βρίσκεται στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Δήμου Αθηναίων.

VINCENT AZOULAY
Περικλής. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία υπό τη δοκιμασία του μεγάλου ανδρός
μτφρ.: Δ. Δημακόπουλος
εκδ. Πόλις, σελ. 391

Δεν είναι παράδοξο να συμβαίνει αυτό με τους «μεγάλους άνδρες», αλλά η περίπτωση του Περικλή (περ. 494-429 π.Χ.) είναι μάλλον ακραία. Η ιστορία ανέδειξε, θα έλεγε κανείς, δύο «Περικλήδες»: αυτόν για τον οποίο γνωρίζουμε σήμερα ελάχιστα και αποσπασματικά, και αυτόν που η δημόσια ιστορία, από τον Διαφωτισμό και μετά, αποθέωσε ως τον άνθρωπο που ανέδειξε τον «χρυσό αιώνα» της Αθήνας ως ανυπέρβλητο πρότυπο όλων των σύγχρονων δημοκρατιών.

Οι δύο αυτοί «Περικλήδες» πορεύονται μαζί, αλλά κατά βάση είναι ασύμπτωτοι. Μπορεί άραγε ο Περικλής της αρχαίας Αθήνας να ξαναβρεθεί εμπρός μας «γυμνός», δίχως εξιδανικεύσεις και ιδεολογικές διαστρεβλώσεις; Δύσκολο, παραδέχεται ο Γάλλος ιστοριογράφος, Βενσάν Αζουλέ. Ο Αζουλέ ανήκει στη γαλλική κριτική ιστοριογραφική σχολή, η επιτυχία της οποίας συνίσταται στο ότι ξέρει να προβληματοποιεί τα αντικείμενα της έρευνάς της και να τα εξετάζει στην ολότητά τους. Και αυτά καθαυτά όπως είναι αλλά και τα είδωλά τους, αυτά δηλαδή που αφορούν τις προσλήψεις τους από τις κατοπινές κοινωνίες.

Δεν κρύβει τις δυσκολίες, στην εν λόγω μελέτη του, εξηγώντας από την αρχή ότι πρωτίστως ο Περικλής είναι ένα πρόβλημα των τεκμηρίων. Εχουμε στα χέρια μας ελάχιστα για τη ζωή και τη δράση του (κυρίως από τον Θουκυδίδη και τον Πλούταρχο, εν μέρει από τους τραγικούς ποιητές και τους μαθητές του Σωκράτη), και αυτά είναι έντονα ιδεολογικοποιημένα. Αλλά ο καλός ιστορικός μπορεί να στήσει την αφήγησή του ακόμη και με ψήγματα, αρκεί να γνωρίζει καλά την εποχή και να κατέχει τα απαραίτητα ερμηνευτικά εργαλεία. Και ο Αζουλέ –πολύ ορθά– δεν υποτιμά τη βιογραφία ως ένα βασικό εργαλείο κατανόησης της πολιτικής προσωπικότητας που ανατέμνει. Και ας μου επιτραπεί παρενθετικά να αναρωτηθώ γιατί άραγε έχει αυτό εγκαταλειφθεί από την ελληνική ιστοριογραφία που επιδεικνύει μια τάση μάλλον σνομπισμού στις βιογραφίες…
Δημαγωγός ή παιδαγωγός;

Σε κάθε περίπτωση, ο Περικλής είναι κατά βάση ένας Αθηναίος αριστοκράτης. Ανήκει δηλαδή σε μια ελίτ, ιδίως από την πλευρά της μητέρας του που κατάγεται από την επιφανή γενιά των Αλκμεωνιδών. Είναι επίσης πλούσιος, με μεγάλα κτήματα στην περιοχή του Χολαργού (που διαχειρίζεται με μεγάλη σύνεση και εξυπνάδα) – απαραίτητο στοιχείο πάντα για μια πολιτική καριέρα. Και τέλος, έχει τη μόρφωση της τάξης του: κατέχει δηλαδή, και μάλιστα σε πολύ υψηλό επίπεδο, την τέχνη της ρητορικής. Ο Περικλής δεν είναι συνεπώς «ένας από εμάς», αλλά ένας «καλύτερός» μας, προορισμένος να μας κυβερνήσει. Και αυτό θα το καταφέρει μέσα από το αξίωμα του στρατηγού.

Οι στρατηγοί της Αθήνας είχαν σημαντική εξουσία, κυρίως την περίοδο των πολέμων, ωστόσο ήταν εκτεθειμένοι και στη δημόσια κριτική, ικανή να τους οδηγήσει μέχρι και τον εξοστρακισμό. Ο Περικλής εξελέγη στο αξίωμα αυτό κάπου 15 φορές, χάρη και στις μεγάλες στρατιωτικές του επιτυχίες, όμως η μαεστρία του έγκειται μάλλον στον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετούσε τους θριάμβους του παρά σε αυτούς τους ίδιους. Αλλωστε, η τακτική που τον έκανε γνωστό ιδίως στον Πελοποννησιακό πόλεμο ήταν η αποφυγή της μάχης και όχι η τόλμη στο πεδίο της.

Εκείνο όμως που συνετέλεσε στη μακροημέρευση της εξουσίας τού «Ολύμπιου» (το προσωνύμιό του) ήταν ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούσε με το πλήθος. Αν και κατηγορήθηκε ως λαοπλάνος και επηρμένος, η δική του ικανότητα πατούσε σε δύο δεξιότητες: ήξερε να διαπαιδαγωγεί τον λαό του αλλά και ήξερε να σιωπά όταν έπρεπε, και να διατηρεί την ψυχραιμία του στις επιθέσεις και στην κριτική. Και δέχτηκε άγριες επικρίσεις και για την ιδιωτική του ζωή, π.χ. εξαιτίας της ξένης εταίρας Ασπασίας που ήταν η σύντροφός του, και για τους πιο κακόπιστους, η γυναίκα που του ενίσχυσε την αλαζονεία και τον διέφθειρε.

Αν είναι αναγκαία η απομάγευση του Περικλή είναι και διότι πρέπει να αναδειχτεί η πραγματική φύση της εξουσίας, διαχρονικά. Ο Αζουλέ επιμένει ότι στην περίπτωσή του, η ταυτότητα του δημοκράτη πήγαινε μαζί με την ιδιότητα του επικεφαλής της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής δύναμης της εποχής. Πράγματι, μέσω της Συμμαχίας της Δήλου, ο Περικλής ενίσχυσε την κυριαρχία της Αθήνας επί των νησιών, και επέδειξε τρομερή σκληρότητα στην Εύβοια, στη Σάμο ή στην Αίγινα, όταν χρειάστηκε. Και θα πρέπει κανείς να δει την ανέγερση του «δικού του» Παρθενώνα, του μεγαλύτερου μνημείου της εποχής, όχι ως ναό αλλά ακριβώς ως σύμβολο του (και οικονομικά επωφελούς) αθηναϊκού ιμπεριαλισμού, και θησαυροφυλάκιο της Συμμαχίας.

Εν συνόψει, αν ο Περικλής είναι ο μεγάλος άνδρας που ξέρουμε, αυτό συμβαίνει για κάπως διαφορετικούς λόγους από αυτούς που πιστεύαμε. Εγινε μεγάλος διότι συνδιαλέχτηκε δημιουργικά με τον αθηναϊκό δήμο – ούτε κατέφυγε στον λαϊκισμό ούτε όμως αγνόησε τις προτεραιότητες της εποχής του και της πόλης του. Ετσι, δεν είναι τυχαίο που ήταν αγνοημένος ή αντιμετωπιζόταν και με εχθρότητα στον Μεσαίωνα, όταν το μοντέλο της τότε δεσποτικής εξουσίας δεν περιελάμβανε τον λαό στην άσκησή της. Ούτε ότι το άστρο του ανέτειλε ξανά από τον Βολταίρο και μετά, όταν ιδίως στην περίοδο των μαζικών δημοκρατιών, αρχίσαμε να αναζητάμε νέα πρότυπα σχετίζεσθαι του ηγέτη με τον «δήμο». Πρότυπα που είναι ακόμη προς αναζήτηση.

* Ο κ. Δημ. Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, δντής του ΠΜΣ, «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ