ΕΛΛΑΔΑ

Αποψη: Οι ανθρωπιστικές επιστήμες σε κρίση

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ*

 Δεν υπήρξε έφηβος που να μην έχει επηρεαστεί στα μαθητικά του χρόνια από κάποιο φιλόλογο. Ηταν η σπονδυλική στήλη της μέσης εκπαίδευσης. Η σημασία που ανέκαθεν είχε για την Ελλάδα η γλώσσα και το παρελθόν τούς έδινε εξ ορισμού μια προνομιακή θέση. Η ανθρωπιστική παιδεία τους και η διδασκαλία πολλών και πολύωρων μαθημάτων τούς εξοικείωνε με τους μαθητές και μεγιστοποιούσε την επιρροή τους. Ηταν ένα σεβαστό και σίγουρο επάγγελμα. Προσείλκυε τις καλύτερες μαθήτριες των κλασικών τμημάτων όλης της χώρας. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 η απορρόφηση στην εκπαίδευση ήταν ταχύτατη, σχεδόν άμεση, αν επιθυμούσε κανείς να εργαστεί ως αναπληρωτής ή να προωθηθεί στα δυσπρόσιτα.

Το 1985 επήλθε η τριχοτόμηση των Φιλοσοφικών Σχολών και ο τριπλασιασμός των πτυχιούχων. Το 1991 οι αδιόριστοι φιλόλογοι ήταν ήδη 10.000. Ακολούθησε η ίδρυση πολλών νέων φιλολογικών τμημάτων. Οταν έκλεισε η επετηρίδα (1998), ο χρόνος αναμονής μόνιμου διορισμού άγγιζε τα 20 χρόνια. Στο μεταξύ –λόγω της τριχοτόμησης και των αλλαγών στη δευτεροβάθμια– το γνωστικό υπόβαθρο των φιλολόγων επλήγη ανεπανόρθωτα. Η ζημία δεν έγινε πλήρως αισθητή στην εκπαίδευση, γιατί η απορρόφησή τους βαθμιαία ανακόπηκε. Στον τελευταίο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ (2008) μόνο το 5% των υποψηφίων φιλολόγων διορίστηκε. Μετά οι προσλήψεις σταμάτησαν. Φιλολογικά μαθήματα είτε ανατέθηκαν σε άλλες ειδικότητες είτε μειώθηκε η διδασκαλία τους. Ελάχιστοι αναπληρωτές φτάνουν σε κάποια νησιά, παρά τα τεράστια κενά. Παρ’ όλα αυτά στα φιλολογικά τμήματα της χώρας εισέρχονται ετησίως πάνω από 3.500 φοιτητές. Ποια αγορά θα τους απορροφήσει; Οι αμοιβές στα περισσότερα φροντιστήρια της Θεσσαλονίκης είναι έξι ευρώ την ώρα μεικτά, τρεις και εξήντα καθαρά. Κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά.

Η αντίληψη και οι συνθήκες στην παιδεία έχουν αλλάξει. Η πολιτεία εξασφαλίζει ακόμη δημόσια δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση – στο μέτρο που αυτό είναι πλέον εφικτό– αλλά δεν εγγυάται την απορρόφηση κανενός. Αυτό όμως δεν μειώνει την ευθύνη των πανεπιστημιακών τμημάτων και των καθηγητών, όσων απομένουν. Δεν εννοώ πως υπάρχει περίπτωση να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω με τους αγώνες μας. Μπορούμε, όμως, να αναστηλώσουμε το επίπεδο των σπουδών. Είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε συνέργειες μεταξύ των προπτυχιακών προγραμμάτων, προκειμένου να καλύψουμε τα κενά σε προσωπικό και σε γνώσεις. Οφείλουμε να εξετάσουμε άμεσα το ζήτημα της δευτερεύουσας ειδίκευσης, ώστε να δώσουμε περισσότερη ευελιξία και επαγγελματικές ευκαιρίες στους πτυχιούχους μας, εάν το επιθυμούν. Πρέπει να εμπλουτίσουμε τα προγράμματα με γνωστικά αντικείμενα και άλλων σχολών, εφόσον αυτά διευκολύνουν την απασχόληση, αλλά και να προσφέρουμε αλλού τα δικά μας, να σχεδιάσουμε μεταπτυχιακά θελκτικά και διεπιστημονικά, για όσους σκοπεύουν ψηλά και όχι για όσους δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, δηλαδή να μας απασχολήσει συστηματικά η διά βίου εκπαίδευση.

Οι ανθρωπιστικές επιστήμες υποχωρούν παγκοσμίως. Προφανώς πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου την προστιθέμενη αξία τους. Είναι καθήκον μας, αλλιώς θα χαθεί ένας χώρος προνομιακής εκμετάλλευσης για την ελληνική επιστήμη. Ομως αυτό δεν θα γίνει με τα παραδοσιακά εργαλεία. Tα ανθρωπιστικά επιστημονικά πεδία είναι σεβαστά και απαραβίαστα, το ίδιο και οι εξειδικεύσεις, αλλά η λειτουργικότητά τους επαναπροσδιορίζεται σε κάθε εποχή. Μην αμφιβάλλετε πως έχουμε προ πολλού διαβεί τα όρια μιας νέας, όχι αναγκαστικά καλύτερης. Σε κάθε περίπτωση, ζητούνται ιδέες και όχι ελπίδες.

* Ο κ. Βασίλης Κ. Γούναρης είναι καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ