ΒΙΒΛΙΟ

Παραλίγο καλλιγραφία

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ
Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου
εκδ. Καλέντης

Ε​​νας πατέρας κτήνος υπομένει κλεισμένος σε ένα σφραγισμένο δωμάτιο τον σαδισμό του πρωτότοκου γιου του. Κάτω από το κρεβάτι, τέσσερα δάχτυλά του, δύο από κάθε χέρι, κομμένα από τον γιο, λιμνάζουν σε ένα βάζο με οινόπνευμα. Τόσο μόνο αίμα απαιτούσε η επιδικασμένη ταπείνωση, προκειμένου η τιμωρία να μη γίνει ισομεγέθης με το ματωμένο παρελθόν του πατέρα του. Αν τον σκότωνε, «τότε θα ενώνονταν τα αίματα και δεν θα ήξερε πού σταματούσε ο πατέρας του και πού άρχιζε αυτός». Οσο συγκρατούσε το μαχαίρι στα χέρια του, κατάφερνε να κρατά την αναγκαία απόσταση, για να μπορεί να ζει έστω και ελάχιστα μακριά του.

Οταν ο Λουκάς Ραγκούδης επιστρέφει μαζί με τους δύο γιους του στον γενέθλιο τόπο, τους υποδέχεται ο όλεθρος. Ο πρωτότοκος αψηφά τον χαλασμό και εγκαθίσταται στο πατρικό για να αφοσιωθεί στην αποτίμηση του αίματος, του χυμένου που άρδευε τα φαντάσματα του τόπου, και του μιαρού που διέρρεε τους ζώντες. Μες στο ερειπωμένο τοπίο συλλογίζεται πυρετικά τα χέρια του πατέρα, τα όσα είχαν κάνει και όσα εκείνος, ο γιος, τους χρωστούσε. Το τέρας μπορούσε να το αντιμετωπίσει, την ευγνωμοσύνη αδυνατούσε. Δεν άντεχε αυτό τον δικέφαλο πατέρα, που αλλιώς τον φανέρωνε η μνήμη του και αλλιώς τον μνημόνευαν τα μνήματα του τόπου.

Η Μαρία Ξυλούρη έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, διαθέτει δυνατή γραφή, και όμως το μυθιστόρημα δεν καταφέρνει ούτε την ιστορία να αναδείξει ούτε τη γραφή να διαχειριστεί. Ο μαρτυρικός δεσμός πατέρα και γιου πνίγεται στις ιστορίες δευτερευόντων προσώπων που αραδιάζονται άτσαλα στην αφήγηση. Η απειλητική ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους, που προοιωνιζόταν βίαιες κλιμακώσεις, σαρώνεται από την ξαφνική διάχυση μιας υπερφυσικής αχλής, που εξαχνώνει τους, ούτως ή άλλως, ξεκρέμαστους χαρακτήρες. Η γραφή, από την άλλη, αποκτά έναν ασθματικό ρυθμό μόνο για να περιλάβει όλο και περισσότερες ζωές και μικροεπεισόδια, ενώ άλλες φορές, συνδράμοντας το μεταφυσικό στοιχείο, υιοθετεί ένα στομφώδες, ποιητικίζον ηχόχρωμα που προσιδιάζει σε εξωφρενικές προφητείες.

Επειτα από δυσεξήγητους θανάτους, δαιμονικές παθήσεις και ιαματικά μάγια, ο Αδαμάντιος Ραγκούδης, ο μοναδικός επίγονος, μένει να επωμιστεί το άγος του αίματος, αλλά και το καλλιτεχνικό χάρισμα του πατέρα. Απομονωμένος στο παλιό σπίτι, ο αυτοαποκαλούμενος «καλλιγράφος», φτιάχνει λεπτεπίλεπτα, περίλαμπρα πουλιά, πλουτίζοντας τη φτερωτή στρατιά του πατέρα του. Τα γλυπτά πουλιά κούρνιαζαν στην ακινησία τους σαν ταφικά μνημεία, που ανέπεμπαν στη στοιχειωμένη ερημιά κάτι ανάμεσα σε προσευχή και ικεσία εξιλέωσης. Ο Αδαμάντιος, έχοντας κληρονομήσει εγκλήματα και ενοχές, που δεν του αναλογούσαν, αφανίζεται μες στον φτερωτό λαβύρινθο, κλειδώνεται ερμητικά στην παράνοια, ενώ η αλαφροΐσκιωτη παρουσία του πυρπολούσε τη φαντασία των συγχωριανών, που έβλεπαν τα πουλιά να απογειώνονται φλεγόμενα στον ουρανό, σχηματίζοντας καλλιγραφημένες πυριγενείς λέξεις, που έσβηναν από την ίδια τους την ανάφλεξη.

Ακόμα και αν ο Αδαμάντιος διατηρεί, χάρη στο υπερφυσικό του χρωμόσωμα, ένα γοητευτικό μυστήριο και μια υποσχόμενη μυθοπλαστικά σκοτεινιά, χάνει κάθε ενδιαφέρον όταν αρχίζει να καταπιάνεται με προεκλογικές εκστρατείες και να ευαγγελίζεται σαν κακόμοιρος σαλεμένος συντέλειες. Ομως στο σημείο αυτό έχει γίνει πλέον ξεκάθαρη η πρόθεση της Ξυλούρη. Ο μύθος της τής χρησιμεύει μόνο για να χαράξει μια γραμμή ανάμεσα στον Εμφύλιο και την Ελλάδα της κρίσης, γραμμή τόσο αδέξια σχεδιασμένη, που διαγράφει κάθε δυναμική του βιβλίου.

Ο καρναβαλικός επιτάφιος με τον χάρτη της χώρας, οι νέοι που επιστρέφουν στο χωριό με το στίγμα της αποτυχίας, τσακισμένοι από τις δυσκολίες της πόλης και το ακατόρθωτο των προσδοκιών τους, μοιάζουν με κομμάτια ενός άλλου μυθιστορήματος, το οποίο καμία σχέση δεν έχει με αυτό που έγραφε η Ξυλούρη στις εναρκτήριες σελίδες. Η έλλειψη συνοχής, η ανοργάνωτη σύνθεση και η στοχαστική κοινοτοπία αδικούν μια συγγραφέα, που εμφανίστηκε τόσο ώριμη με το πρώτο της μυθιστόρημα, το Rewind. Αξίζει να αναλογιστεί τον τίτλο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ