ΒΙΒΛΙΟ

Το κορίτσι του Κάφκα στα χέρια των ναζί

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Η Μίλενα Γιεσένκα. Οποιος διαβάσει τα «Γράμματα στη Μίλενα» του Κάφκα καταλαβαίνει και την ποιότητα της ασυνήθιστης σχέσης τους, που ξεκινά δειλά το 1920, μετατρέπεται σε φλογερό έρωτα και σβήνει άδοξα δύο χρόνια αργότερα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΡΓΚΑΡΕΤΕ ΜΠΟΥΜΠΕΡ - ΝΟΫΜΑΝ
Μίλενα από την Πράγα
μτφρ.: Τούλα Σιετή
επίμετρο, επιμέλεια: Αδριανή Δημακοπούλου
εκδ. Κίχλη/ Τα πράγματα

Με αδικαιολόγητη καθυστέρηση κυκλοφόρησε και στη χώρα μας ένα βιβλίο, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «μυθικό» όχι μόνο εξαιτίας του περιεχομένου του, αλλά και των πυκνών αναφορών σε αυτό από γνωστούς ιστορικούς, συγγραφείς και πολιτικούς.

Συγγραφέας του, η Γερμανίδα δημοσιογράφος και ακτιβίστρια Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νόυμαν, που είχε στη ζωή της το θλιβερό «προνόμιο» να γνωρίσει αρχικά τη «φιλοξενία» στα στρατόπεδα του Στάλιν και αργότερα του Χίτλερ, όταν μετά το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, οι ναζί απαίτησαν και πέτυχαν την παράδοση όλων των αντιφασιστών Γερμανών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ.

Η Μαργκαρέτε θα εγκλειστεί στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του Ράβενσμπρουκ και εκεί θα γνωρίσει μια άλλη εκπληκτική γυναίκα, τη Μίλενα Γιεσένκα. Την εποχή εκείνη, η Μίλενα ήταν άγνωστη στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, αφού τα περίφημα «Γράμματα στη Μίλενα» του Φραντς Κάφκα, που θα την κάνουν παγκοσμίως γνωστή, δεν είχαν δει ακόμη το φως της δημοσιότητας. Την ύπαρξή τους γνώριζε μονάχα ο επιστήθιος φίλος του Κάφκα και εκτελεστής της διαθήκης του Μαξ Μπροντ, όπως κι ένας στενός κύκλος Τσέχων φίλων.

Οποιος έχει διαβάσει αυτά τα γράμματα καταλαβαίνει και την ποιότητα της ασυνήθιστης σχέσης τους, που ξεκινά δειλά το 1920, μετατρέπεται σε φλογερό έρωτα και σβήνει άδοξα δυο χρόνια αργότερα, με ευθύνη μάλλον του Κάφκα «που προτιμά να εγκαταλείπει παρά να τον εγκαταλείπουν».

Αγώνας επιβίωσης

Οταν γνωρίζονται ο συγγραφέας της «Δίκης» είναι 38 ετών, με επιβαρυμένη την έτσι κι αλλιώς εύθραυστη υγεία του, και εκείνη μόλις 24, μια ανήσυχη μεταφράστρια και επιφυλλιδογράφος, παντρεμένη με τον Αυστριακό κριτικό Ερνστ Πόλακ. Ζει μαζί του στη Βιέννη, αλλά ο γάμος τους είναι ουσιαστικά νεκρός. Οπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Νίκολας Μάρεϊ, όταν αλληλογραφούσαν οι δυο εραστές, ο Κάφκα δεν γνώριζε σε βάθος τις ταλαιπωρίες, τις ταπεινώσεις, τον αγώνα επιβίωσης της Μίλενα στην αυστριακή πρωτεύουσα και ούτε θα τα μάθει ποτέ. Ολα αυτά θα τα πληροφορηθεί η Μαργκαρέτε Νόυμαν από την ίδια, τις ατέλειωτες νύχτες στο κολαστήριο του Ράβενσμπρουκ και θα τα διασώσει στο παρόν βιβλίο.

Η λογοτεχνική ζωή της Μίλενα δεν σταμάτησε με τον θάνατο του Κάφκα το 1924, όπως αβασάνιστα υιοθέτησαν κάποιοι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αντιθέτως, επιστρέφοντας το 1925 στην Πράγα, έπειτα από απουσία επτά ετών, και ελεύθερη πια από τα συζυγικά δεσμά, θα γίνει δεκτή με ενθουσιασμό στους φιλολογικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους. Θα συνεργαστεί με τις εγκυρότερες εφημερίδες της πόλης, θα διαγράψει μια εντυπωσιακή τροχιά ως αρθρογράφος, κριτικός, αρχισυντάκτρια, και το 1927 θα παντρευτεί τον φημισμένο αρχιτέκτονα Γιάρομιρ Κρέιτσαρ, με τον οποίο θα αποκτήσει και τη μοναχοκόρη της Χόνζα. Μια επιπλοκή όμως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της προκάλεσε ένα είδος παράλυσης, που είχε αργότερα ως συνέπεια το ένα πόδι της να παραμείνει αλύγιστο. Παρά την εμφανή πια αναπηρία της, κι ενώ τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν πάνω από τη χώρα της, η Μίλενα στρατεύεται με πάθος στην υπεράσπιση της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας, που εποφθαλμιά ο Χίτλερ μετά την «ενσωμάτωση» της Αυστρίας.

Η διάσκεψη του Μονάχου και η ατιμωτική συμφωνία που υπέγραψαν οι Σύμμαχοι θα είναι η αρχή του τέλους για την πατρίδα της. Στις 15 Μαρτίου του 1939 ο γερμανικός στρατός παρελαύνει ανενόχλητος στους δρόμους της Πράγας και η Μίλενα θα είναι από τους ελάχιστους αυτόπτες μάρτυρες. Αργότερα θα καταγράψει το γεγονός με ενάργεια και ειρωνική διάθεση στο περιοδικό «Πρζίτομνοστ», προβαίνοντας παράλληλα σε μια απίστευτη προφητεία: «Αυτό δεν είναι τίποτε. Περίμενε να μας κατακτήσουν οι Ρώσοι και θα δεις...».

Ως χριστιανή και από συντηρητική οικογένεια, η Μίλενα δεν κινδυνεύει άμεσα όπως οι περισσότεροι Εβραίοι φίλοι της. Ετσι, με τη βοήθεια των Βρετανών θα στήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο φυγάδευσης στο εξωτερικό γνωστών προσωπικοτήτων της εβραϊκής καλλιτεχνικής κοινότητας. Το σπίτι της θα γίνει παράνομο στέκι, κρυψώνα, ορμητήριο αντιστασιακών. Ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, το δίκτυο θα εξαρθρωθεί από την Γκεστάπο και η ίδια θα συλληφθεί και θα εκτοπιστεί στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ. Εκεί, μέσα στον ζόφο και την αθλιότητα, την πείνα, τις μολυσματικές ασθένειες και τις εκτελέσεις, θα λάμψει ακόμη μια φορά το άστρο της, η πολυσχιδής προσωπικότητά της, τα ηγετικά της προσόντα, που θα αναγκάσουν ακόμη και τους Ες-Ες να τη σεβαστούν.

«Και μόνο η παρουσία της ήταν μια διαρκής διαμαρτυρία εναντίον του στρατοπεδικού καθεστώτος», τονίζει η Μαργκαρέτε Νόυμαν, που θα γίνει από τον Οκτώβριο του ’40, η επιστήθια φίλη της, συνεργάτης της στη διάσωση των ασθενέστερων κρατουμένων, αλλά και η εξομολόγος της. Η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε αυτές οι δύο σημαντικές γυναίκες του ευρωπαϊκού πνεύματος να βρεθούν συγκρατούμενες και συναγωνίστριες. Η Μίλενα θα χάσει τη ζωή της στις 17 Μαΐου 1944, σχεδόν ένα χρόνο πριν από την απελευθέρωση. Η Μαργκαρέτε θα επιζήσει και με τη διπλή εμπειρία των Σοβιετικών πρώτα και κατόπιν των ναζιστικών στρατοπέδων, θα καταγράψει την ιστορία τους, που είναι κατά ένα μεγάλο μέρος και η ιστορία «του αιώνα των άκρων».

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ