ΒΙΒΛΙΟ

Επιτέλους

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
Οι επόπτες
εκδ. Νεφέλη, σελ. 356

«Ηταν πάντως κρίμα που ένας τόσο προικισμένος άνθρωπος είχε μέσα του τόσο δηλητήριο». Οπωσδήποτε ο Σβεν Αλεξάντερσον δεν είναι ευχάριστος τύπος. Ασυγκίνητος, απόμακρος, χλευάζει τους πάντες και τα πάντα με προκλητική αποστασιοποίηση, σαν να ατενίζει από κάπου ψηλά το χάος, από την περίοπτη θέση του ουδέτερου παρατηρητή. Βαριόταν τόσο που η βαρεμάρα τού «προκαλούσε ψυχικούς πόνους». Εναβρυνόταν να θεωρεί τον κυνισμό του ακραιφνή πραγματισμό. Εκρυβε έναν τύραννο μέσα του, τον θυμό του. Aδυνατούσε να συμμεριστεί την ευφορία Δανών και Σουηδών για το τιτάνιο, διακρατικό έργο υποδομής, που θα αναζωογονούσε τις περιφέρειες της Κοπεγχάγης και του Μάλμε, και το οποίο προέβλεπε την κατασκευή μιας υποθαλάσσιας σήραγγας, ενός τεχνητού νησιού και μιας κυκλώπειας γέφυρας. Ο Αλεξάντερσον, ένας Σουηδός μηχανικός, δυσκολεύεται να πιστέψει πως η «υπερκατασκευή» θα κατάφερνε να συμβολοποιήσει «ένα εργαστήριο ώσμωσης μέσα στην ενωμένη Ευρώπη, ένα μοντέλο για την Ευρώπη χωρίς σύνορα». Δεν εμπιστευόταν τα μυθεύματα, ούτε καν αυτά από ατσάλι και τσιμέντο.

Ο Μιχάλης Μιχαηλίδης επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα, που κατοπτεύει ειρωνικά το διόλου ομοούσιο και διόλου αδιαίρετο ευρωπαϊκό σύνθεμα. Ο κεντρικός ήρωας φτάνει από τη Σουηδία στη Δανία πεπεισμένος πως ο άσπιλος, ευδαίμων Βορράς υπόκειται και αυτός στους νόμους της εντροπίας, της προϊούσης αταξίας. Ο σκεπτικισμός του έρχεται σε αντίστιξη με το μαθηματικά υπολογισμένο, κατατετμημένο και ανασκαμμένο σκανδιναβικό τοπίο, το οποίο από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 προετοιμάζεται να δεξιωθεί τη νέα χιλιετία με υπερμεγέθη εχέγγυα οικονομικής ανάπτυξης, επενδύσεων, προόδου και ομόνοιας. Ο Μιχαηλίδης υπονομεύει την αισιοδοξία των εποπτών τού έργου αντιπαραβάλλοντάς την αφενός με την καχυποψία του Αλεξάντερσον και αφετέρου με τις εξαντλητικές πληροφορίες σχετικά με την κατασκευή, την οποία αντιμάχεται ένα πλέγμα αδιεξόδων· δολιοφθορές, αναθεωρήσεις, υπερβάσεις κόστους, ιμάμηδες φονταμενταλιστές, οικοαναρχικοί, οι «δεσπότες της Ευρωπαϊκής Ενωσης», οι Γερμανοί, αλλά και οι Ισπανοί, που «δεν είχαν ακόμη βρει φάρμακα κατά του καύσωνα, της νωθρότητας, του λήθαργου».

Με φόντο τον παγωμένο Βορρά, ο Μιχαηλίδης στήνει μια πινακοθήκη τεράτων, πολυεθνικών αυτή τη φορά. Μεταξύ των εποπτών ξεχωρίζουν ο υπεραισιόδοξος Δανός μηχανικός Κριστόφτε, έρμαιο της κακοκεφιάς και του δυσοίωνου βλέμματος του Σουηδού συναδέλφου του, ο οποίος κάποτε παραλίγο να εξοντωθεί από την πολύμηνη παραμονή του σε μια χώρα μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας, μια ωραιοπαθής Αγγλίδα, η οποία πάσχει από την αστοχία των υλικών της (σπαρταριστά τα συμπτώματα της θήλειας νόσου της), ένας Δανός καθηγητής οικονομικών με ξυρισμένο κεφάλι και ανοιχτό πουκάμισο, που εξαγγέλλει από τηλεοράσεως χρηματοοικονομικές συμφορές και καταγγέλλει «με έκφραση σιχασιάς» τη διαφθορά, ιδίως του Νότου, μια αψίθυμη Γερμανίδα, «ωραία για δεξιώσεις αλλά και για όργια», η οποία όμως «δινόταν μόνο σε θηριοδαμαστές», και ασφαλώς ένας Αμερικανός, σύμβουλος ασφαλείας, «επικίνδυνος σαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα», ένοπλος θεματοφύλακας της ελεύθερης οικονομίας. Ανάμεσά τους ο Αλεξάντερσον δεν μπορεί παρά να σκέφτεται τον θάνατο. Ακόμα και αν κάποια στιγμή άλλαζε «το κοινωνικό αφήγημα», εκείνος θα ήταν προ πολλού νεκρός. Η έπαρσή του δεν τον παραπλανούσε, «ήταν σίγουρα θνητός».

Το ζήτημα είναι να φτιαχτεί ένα καλό, πειστικό αφήγημα. Ενα αφήγημα που θα σαρώνει τις κακοτεχνίες, τις αντιφάσεις, τις ρωγμές, τις ανακολουθίες, και θα διαθέτει την άσειστη στερεότητα οικοδομήματος με τη δομική διαύγεια, καίτοι υπό κλίμακα, μακέτας. Ο Μιχαηλίδης, τεχνίτης εμπειρότατος, αναδομεί τον φέροντα οργανισμό της συγγραφικής του υπόστασης, την προκλητικότητα, τον (αυτο)σαρκασμό, την επιμελημένη θρασύτητα, την οξύστομη κριτική, για να ανεγείρει ένα πολύστυλο, ποικιλόγραμμο, πολύανδρο αφήγημα, αναμφίβολα το κράτιστο της πεζογραφίας του. Επιτέλους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ