ΗΛΙΑΣ Γ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Η υπόθεση Siemens στην κρατική Βαβέλ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​την υπόθεση Siemens παραπέμφθηκαν σε δίκη εξήντα τέσσερις κατηγορούμενοι. Δεκαεπτά από αυτούς ήσαν αλλόγλωσσοι που δεν εννοούν την ελληνική, αλλά τη γερμανική ή τη γαλλική.

Το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών καθώς και η κλήση στο ακροατήριο έπρεπε γι’ αυτό να τους επιδοθούν μεταφρασμένα στη μητρική γλώσσα τους. Η υποχρέωση μετάφρασης του βουλεύματος και όλων των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας θεσπίζεται στο άρθρο 236Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σύμφωνα με αυτό, στα υποχρεωτικώς μεταφραστέα έγγραφα καταλέγεται και «οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας», πρωτίστως λοιπόν το παραπεμπτικό βούλευμα.

Το άρθρο 236Α προστέθηκε στον ΚΠΔ με τον νόμο 4236 του έτους 2014, με τον οποίον η Ελλάδα ενσωμάτωσε την Οδηγία 64 της Ευρωπαϊκής Ενωσης του 2010 για το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης στην ποινική διαδικασία. Πρόκειται για την πρώτη Οδηγία για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων που υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης μετά τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, με σκοπό τη διασφάλιση ενός κοινού μίνιμουμ προστασίας όσων αγνοούν τη γλώσσα του δικαστηρίου σε όλα τα κράτη της Ε.Ε.

Στην Αιτιολογική Εκθεση του ν. 4236/2014 επισημαίνεται εύστοχα ότι «η υιοθέτηση ελάχιστων κοινών κανόνων στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης συνιστά το απαραίτητο μέσο για τη δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών … και θα συμβάλει σημαντικά στην καθιέρωση και πλήρη εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων».

Στην Εκθεση Αξιολόγησης, εξάλλου, που συνόδευε το νομοσχέδιο, διακηρύχθηκε ότι «οι νέες ρυθμίσεις διευρύνουν το δικαίωμα σε παροχή διερμηνείας και μετάφρασης» και διατυπώθηκε η αισιόδοξη πρόβλεψη ότι με αυτές «κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο αποκτά πλήρη και επαρκή πρόσβαση σε υπηρεσίες διερμηνείας και μετάφρασης εξασφαλισμένης ποιότητας και κύρους».

Το επόμενο έτος, δεκατέσσερις επιζώντες αλλόγλωσσοι κατηγορούμενοι της υπόθεσης Siemens προσγειώθηκαν στην οδυνηρή δικαστική πραγματικότητα της χώρας μας. Στη δίκη τους, που ορίστηκε για την 27η Νοεμβρίου 2015, «εκλήθησαν» από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών σύμφωνα με ένα βούλευμα 4.591 σελίδων που είναι συντεταγμένο στην ελληνική γλώσσα. Το βούλευμα περιέχει τις εναντίον τους κατηγορίες καθώς και τη νομική και ουσιαστική αιτιολογία για την παραπομπή τους στο ακροατήριο. Για τους αγνοούντες την ελληνική κατηγορουμένους είναι όμως ακατάληπτο.

Αλλ’ ούτε τα ουσιώδη αποδεικτικά έγγραφα της ογκωδέστατης δικογραφίας εις βάρος τους έχουν μεταφραστεί σε γλώσσα που κατανοούν. Η Ελληνική Πολιτεία, δηλαδή, τους κάλεσε να υπερασπιστούν εαυτούς έναντι βαρύτατων κατηγοριών που επισύρουν ισόβια κάθειρξη, χωρίς να τους γνωστοποιήσει ούτε γιατί τους κατηγορεί ούτε πού στηρίζονται οι εις βάρος τους κατηγορίες.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να μεταφραστούν το βούλευμα και ο κατάλογος των μαρτύρων και των αναγνωστέων εγγράφων στη γερμανική και τη γαλλική γλώσσα. Με την ορθή αυτή απόφαση το δικαστήριο απέτρεψε τη βάναυση προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των θιγόμενων κατηγορουμένων και ενίσχυσε την εμπιστοσύνη όλων στη δικαιοδοτική λειτουργία. Επιπλέον, απέτρεψε τον διεθνή διασυρμό της χώρας μας, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα εμφανιζόταν να σέβεται με υποκρισία τα δικαιώματα των κατηγορουμένων στα χαρτιά και να τα καταπατά χωρίς δισταγμό στην πράξη.

Η άποψη που διατύπωσαν ορισμένοι εισαγγελικοί λειτουργοί, ότι δεν χρειαζόταν η μετάφραση του βουλεύματος αφού οι κατηγορούμενοι είχαν ενημερωθεί για την εις βάρος τους κατηγορία στη διάρκεια της ανάκρισης, είναι ευθέως αντίθετη προς τη σαφή διατύπωση του άρθρου 236Α του ΚΠΔ και της Οδηγίας και υποβιβάζει τους αλλόγλωσσους κατηγορουμένους σε υποδεέστερη τάξη έναντι των υπολοίπων. Ούτε ασφαλώς δικαιολογεί η απειλούμενη παραγραφή κάποιων πράξεων την κάμψη των στοιχειωδών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Αλλωστε, αυτοί καμία ευθύνη δεν έχουν για τη βραδύτητα της διαδικασίας που οφείλεται σε ικανό βαθμό σε αδέξιους χειρισμούς αρμοδίων οργάνων.

Η αναβολή της υπόθεσης Siemens πρέπει να παρωθήσει τους αρμόδιους κρατικούς φορείς να διαθέσουν αμέσως τα αναγκαία κονδύλια και να εξασφαλίσουν χωρίς καθυστέρηση τον απαραίτητο αριθμό αξιόπιστων διερμηνέων και μεταφραστών, ώστε η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τη διερμηνεία και μετάφραση να παύσει να είναι χάρτινο φάντασμα και να γίνει ζώσα καθημερινή πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα, δυστυχώς, η Ελληνική Πολιτεία θεάται απαθής τη θλιβερή κατάσταση της παρ’ ημίν δικαστικής διερμηνείας και μετάφρασης: Οι διαθέσιμοι διερμηνείς ή μεταφραστές είναι ελάχιστοι και ενίοτε ανεπαρκείς, οι δε αμοιβές τους γλίσχρες, κάποτε δε και εξευτελιστικές.

Αντιθέτως, ο σκανδαλοθηρικός «πολιτικός» θόρυβος για την αναβολή της δίκης σε συνδυασμό με παραληρηματικά σενάρια συνωμοσίας και η παράλληλη αναζήτηση αποδιοπομπαίων προσώπων για να τη χρεωθούν, συγκαλύπτουν την κραυγαλέα κρατική απραξία και διαιωνίζουν την περιφρόνηση των θυμάτων της.

*Ο κ. Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος είναι αν. καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ