ΒΙΒΛΙΟ

Μιαν άλλη ζωή

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

MARILYNNE ROBINSON
Λάιλα
μτφρ.: Κατερίνα Σχινά
εκδ. Μεταίχμιο

Νομίζει κανείς πως δεν γράφονται πια μυθιστορήματα όπου οι αναγνώστες μπορεί να συγχρονιστούν ολοκληρωτικά με τους ήρωες, να απορροφηθούν στην καρδιά και να συμμερισθούν ψυχικά τις πλέον απόκρυφες διαθέσεις των ανθρώπων – πως αυτή η δυνατότητα, η ικανότητα, η χάρις χάθηκε οριστικά μαζί με τους κλασικούς. Κι άξαφνα ανακαλύπτει τις μυθοπλασίες της Μέριλιν Ρόμπινσον, τη «Λάιλα» (2014), το «Γκίλιαντ» (2004) και το «Στο σπίτι» (2008). Και αντιλαμβάνεται πως μέσα σε μια λογοτεχνική συνθήκη, η οποία προκρίνει το αντιδιαμετρικά αντίθετο –το περιπτωσιακό, το εκτός προγράμματος, το ακραίο– αναπάντεχα μπορεί να συναντήσουμε το απολύτως γνώριμο, το ψυχικά γνωστό και το διαθεσιακά οικείο. Και συγκινείται διαπιστώνοντας πως η λογοτεχνία εξακολουθεί να διατηρεί κάτι απ’ τον πανάρχαιο ρόλο της – να παιδεύει, να προγυμνάζει και να διαμορφώνει τα ήθη μέσα από τη λειτουργική δράση της ταύτισης.

Oχι πως οι ήρωες της Μέριλιν Ρόμπινσον είναι σύγχρονοί μας, γεωγραφικά κοντινοί ή χαρακτήρες της διπλανής πόρτας. Αντιθέτως είναι Αμερικανοί των μεσοδυτικών πολιτειών, πάμπτωχοι αγρότες στην εποχή του οικονομικού κραχ και του Mεταπολέμου, και επί πλέον βαθύτατα θρήσκοι – δύο πάστορες, οι κοινότητες για τις οποίες μεριμνούν και μερικοί πεπλανημένοι φτωχοδιάβολοι χωρίς στον ήλιο μοίρα. Είναι ωστόσο τόση η δύναμη της Ρόμπινσον και τόση η διεισδυτικότητά της, ώστε να επιτυγχάνει το ακατόρθωτο μετατρέποντας τα προβλήματα αυτών των μακρινών ανθρώπινων μορφών σε καθολικά ζητήματα υψίστης σημασίας.

Διότι ξέρει να εντοπίζει εύστοχα και να εξορύσσει έντεχνα μέσα από το προσωπικά ιδιάζον εκείνο το στοιχείο, εκείνη την ουσία, εκείνο το κοινό που έχει σημασία για όλους.

Η Λάιλα είναι ένα παρατημένο παιδί που θα σωθεί χάρη στην αυτοθυσία και τη φροντίδα της ακαταπόνητης Ντολ, μιας τυφλής ζωικής δύναμης που ξέρει να επιβιώνει με υπευθυνότητα και γενναιότητα μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Συνοδοιπόροι τους ο Ντόουν, η Μαρσέλ, ο Aρθουρ, ο Ντικ και η Μέλι, εποχικοί εργάτες γης πριν και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Yφεσης. Χρόνια αργότερα, θέλοντας να προστατευτεί απ’ τη βροχή, η σταθερά περιπλανώμενη τριαντάχρονη Λάιλα θα ζητήσει καταφύγιο σε μια εκκλησία για να συναντήσει τελικά τον πάστορα Τζον Eϊμς, αυτή την αξιαγάπητη, ανυπέρβλητα ωραία μορφή σπάνιου ανθρώπου, ο οποίος ζει υπό διαρκή δοκιμασία. Εντονα συναισθήματα, αγάπης, καλοσύνης, θρησκευτικής πίστης, ενοχής, πόνου, ζήλιας, αίσθησης του κακού, έρωτα και ομορφιάς ταράσσουν την ψυχή του την ίδια ώρα που φροντίζει με ανθρωπιά το εκκλησιαστικό ποίμνιό του.

Δεν είμαι σε θέση να παρακολουθήσω τον πυκνό θεολογικό προβληματισμό που η Ρόμπινσον με μαεστρία υφαίνει στα μυθιστορήματά της προσφεύγοντας σε βιβλικά κείμενα. Δεν έχει σημασία ωστόσο. Διότι η μυθοπλασία της λειτουργεί εντόνως συγκινησιακά ζωντανεύοντας ανεπανάληπτους ήρωες. Και διότι, έχοντας απ’ τον θρησκευτικό προβληματισμό αφαιρέσει κάθε διδακτισμό, αναπτύσσει ταυτόχρονα ένα ιλαρό, ανακουφιστικό χιούμορ – όταν δεν γράφουν κηρύγματα, οι πάστορές της παρακολουθούν αγώνες μπέιζμπολ, και όταν σπεύδουν σε επείγουσα κλήση πιστού δεν αποκλείεται να ανακαλύψουν πως θα τους ζητηθεί να μαστορέψουν μια υδραυλική βλάβη. Το έργο της Μέριλιν Ρόμπινσον προτείνει κάτι τόσο ριζικό όσο έναν διαφορετικό τρόπο να αισθανόμαστε, έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου, ένα άλλο είδος ζωής όπου τις αναρίθμητες αντιξοότητες συνοδεύει η αγωνιστικότητα, απ’ όπου απουσιάζει η δραματικότητα και όπου δεν υπάρχει σπαραγμός, καθώς δίπλα στην ντοστογιεφσκική ένταση των προσωπικών διλημμάτων κυριαρχεί κάτι σαν τη σολωμική αίσθηση «Δεν τόλπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ