ΕΛΛΑΔΑ

Νέες δυνάμεις για τους θεσμούς της Ελλάδας

ARMIN VON BOGDANDY, ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα από τα λίγα θέματα στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το ΔΝΤ και η ελληνική πλευρά είναι ότι δεν αρκούν οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις και η ρύθμιση του χρέους για να βγει η Ελλάδα από την κρίση· χρειάζεται μετάβαση σε ένα νέο θεσμικό υπόδειγμα. Το ελληνικό δικαστικό σύστημα, η διοίκηση, οι δημόσιες επιχειρήσεις λαμβάνουν σταθερά και συστηματικά αξιολογήσεις πολύ κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Προβλήματα όπως η υπερβολική καθυστέρηση στην επίλυση των δικαστικών διαφορών, η διαφθορά, η τεχνική ανεπάρκεια και η έλλειψη συντονισμού παρουσιάζουν τόσο συστημικό και εδραιωμένο χαρακτήρα στην Ελλάδα που τη διαφοροποιούν ριζικά ακόμα και από τις άλλες χώρες της κρίσης, όπως την Ιρλανδία ή την Πορτογαλία.

Οι προηγούμενες συμφωνίες προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες των ελληνικών θεσμών ακολουθώντας δύο στρατηγικές: την παροχή τεχνικής βοήθειας και την επιβολή ορισμένων δομικών μεταρρυθμίσεων ως «μνημονιακών όρων». Το 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε το γνωστό πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας που συντονιζόταν από την Task Force, το οποίο όμως δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η δεύτερη στρατηγική, η άσκηση πίεσης για την προώθηση μεταρρυθμίσεων στη διοίκηση και τη Δικαιοσύνη, οδήγησε σε αρκετές μεταβολές στο νομικό πλαίσιο, αλλά και αυτές δεν φαίνεται να επέφεραν τις αναγκαίες δραστικές αλλαγές. Από την πλευρά της Ελλάδας φαίνεται ότι απουσίαζε η οργανωτική ικανότητα και η πολιτική βούληση για ρήξη με το παλιό σύστημα διοίκησης, ενώ από την πλευρά των πιστωτών η περικοπή των δημόσιων δαπανών είχε υψηλότερη προτεραιότητα από την αναμόρφωση των θεσμών.

Για τη βαθιά μεταρρύθμιση που απαιτείται στην Ελλάδα, όμως, δεν αρκεί η παροχή τεχνικής βοήθειας, η αλλαγή κάποιων νόμων ή η αναδιάταξη των υφιστάμενων πόρων της ελληνικής κρατικής μηχανής. Απαιτείται νέο ανθρώπινο δυναμικό με υψηλά προσόντα, επιλεγμένο με αυστηρά κριτήρια αριστείας και κυρίως αδέσμευτο από τις παλιές πελατειακές δομές εξουσίας. Η Ε.Ε. πρέπει να βοηθήσει την Ελλάδα να αντλήσει το δυναμικό αυτό, διοχετεύοντας ένα σημαντικό τμήμα της τρέχουσας οικονομικής στήριξης στη μεταρρύθμιση των ελληνικών θεσμών. Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να δεχθεί κάποιας μορφής συμμετοχή των ευρωπαϊκών θεσμών στη διαδικασία επιλογής του προσωπικού, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα ευρωπαϊκά χρήματα θα χρησιμοποιηθούν για τη μεταρρύθμιση της χώρας και όχι για την εξυπηρέτηση κομματικών φίλων και τη διαιώνιση του πελατειακού συστήματος εξαρτήσεων που οδήγησε έως εδώ.

Οι νέοι δημόσιοι λειτουργοί θα μπορούσαν να προσληφθούν με τη βοήθεια της Ε.Ε. και να τοποθετηθούν σε κρίσιμες θέσεις στην Ελλάδα. Κατάλληλοι υποψήφιοι βρίσκονται τόσο εντός της Ελλάδας όσο και στην ελληνική διασπορά: στα διεθνή και στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, σε επιχειρήσεις, τράπεζες και στις υπηρεσίες υγείας, υπάρχουν Ελληνες που έφυγαν την περίοδο της κρίσης και θα μπορούσαν να προσφέρουν την τεχνογνωσία και την εμπειρία τους αναστρέφοντας τη δραματική πορεία εξόδου των τελευταίων ετών.

Σε οργανωτικό επίπεδο, η πρόταση αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί με διάφορους τρόπους. Η επιλογή μπορεί να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαγωνιστικές διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώ οι διορισμοί θα πρέπει να έχουν σε κάθε περίπτωση την έγκριση των ελληνικών αρχών. Η διαδικασία αυτή απαιτεί ένα σημαντικό αριθμό ατόμων. Το νέο προσωπικό πρέπει να είναι αρκετό ώστε να αποτελέσει μια «μεταρρυθμιστική κρίσιμη μάζα» και να συμβάλει στην αλλαγή σε κρίσιμους τομείς στη διοίκηση και στο δικαστικό σύστημα. Η εργασιακή και μισθολογική κατάσταση των νέων λειτουργών θα πρέπει να ακολουθεί εκείνη των υπαλλήλων της Ε.Ε. ώστε οι θέσεις να είναι ελκυστικές για τους καλύτερους. Το κόστος μπορεί να καλύπτεται από ένα μέρος του πακέτου οικονομικής βοήθειας που θα προορίζεται ειδικά για τον σκοπό αυτό. Θεσμικά, υπάρχουν αρκετοί τρόποι για την υλοποίηση του έργου, όπως για παράδειγμα στο πλαίσιο της «Υπηρεσίας Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων» που συστάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2015. Αυτό που έχει σημασία είναι η βοήθεια να μην περιορίζεται στη διαβούλευση και τη διοργάνωση ενημερωτικών ημερίδων, όπως παλαιότερα, αλλά να περιλαμβάνει την ενεργό συμμετοχή στη θεσμική μεταρρύθμιση της χώρας.

Τα τρία πλεονεκτήματα

Η πρόταση αυτή έχει κατά τη γνώμη μας τρία σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, μεταφέρει τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο κέντρο των διαπραγματεύσεων. Δεύτερον, λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες αρκετών Ευρωπαίων ότι η απλή αύξηση των πόρων προς τον δημόσιο τομέα μπορεί να εκτραπεί στην ανασύσταση του κομματικού κράτους. Τρίτον, βοηθάει να αντιστραφεί η δραματική διαρροή καταρτισμένων νέων από την Ελλάδα. Η κρίση οδήγησε πολλούς Ελληνες, που θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στη μεταρρύθμιση της χώρας τους, στο εξωτερικό. Ενα πρόγραμμα επιστροφής με θεσμικά εξασφαλισμένη αξιοκρατία και ανταγωνιστικές απολαβές θα επέτρεπε την επιστροφή τους και τη συστράτευση σε έναν αγώνα που μένει ανοικτός ήδη από την Ελληνική Επανάσταση: την μετατροπή της Ελλάδας σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.

Μια τέτοια πρόταση έχει σίγουρα να αντιμετωπίσει πολλές πολιτικές και νομικές προκλήσεις και κυρίως την προσαρμογή της στις πραγματικές συνθήκες της ελληνικής διοίκησης και την εξασφάλιση της ουσιαστικής στήριξης των ελληνικών αρχών. Τα δύσκολα τελευταία χρόνια έχουν όμως αποδείξει ότι δεν υπάρχει από μηχανής θεός που θα επιλύσει τα πολύπλοκα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και των ελληνικών θεσμών. Χρειάζονται καινοτόμες ιδέες και θαρραλέες αποφάσεις. Η Ε.Ε. μπορεί να βοηθήσει στην ενεργοποίηση των δυνάμεων του ελληνικού λαού που παραμένουν αδρανείς.

*O καθηγητής Armin von Bogdandy είναι διευθυντής στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Δημοσίου και Διεθνούς Δικαίου Max Planck που εδρεύει στη Χαϊδελβέργη.

Ο Μιχάλης Ιωαννίδης είναι senior research fellow στο ίδιο ινστιτούτο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ