ΒΙΒΛΙΟ

Μπλε «λάμψη» σε σιωπηλά καρέ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μια κοπέλα κρύβει ένα τραγικό μυστικό, ένας συγγραφέας δεν μπορεί να γράψει πια, ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου χάνει τις δυνάμεις του, στο «Γρα-Γρου».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΡΑ-ΓΡΟΥ
σενάριο: Τάσος Ζαφειριάδης
– Γιάννης Παλαβός
σχέδιο: Θανάσης Πέτρου
μουσική: Μιχάλης Σιγανίδης
εκδ. Ικαρος, σελ. 96

Μέσα από χαιρετούρες, πιάτα με ζεστό φαγητό και μια μπλε λάμψη που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του κόμικ, άξαφνα ξετρυπώνει κάτι που είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, κάτι που δεν μπορεί να γίνει χειροπιαστό, προκειμένου να το αγγίξει κανείς. Oπως το χιόνι στο «Γρα-Γρου»: το πατάς με τις μπότες σου, αλλά το χιόνι αμέσως λιώνει, έχει ήδη εξαφανιστεί. Το ίδιο συμβαίνει και με το μυθικό –εφόσον γνωρίζω τι σημαίνει μυθικό– βορειοελλαδίτικο εστιατόριο «Γρα-Γρου» που χτίστηκε το 1925, για να κατεδαφιστεί 80 χρόνια αργότερα: βρίσκεται εκεί, μα μετακινείται στον χρόνο, λίγο προτού χαθεί οριστικά.

Ωστόσο, το κόμικ μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο σ’ εκείνο το πέπλο σιωπής που υφαίνεται γύρω από το εστιατόριο. Σιωπή στο δάσος, σιωπή των ζώων, σιωπή του χιονιού, ανθρώπινη σιωπή, ενώ οι ιστορίες του, σαν διακλαδιζόμενα μονοπάτια, έρχονται να διαλύσουν την ησυχία, την μπλε ανταύγεια του παραμυθιού: η ιστορία της μοναχικής γυναίκας που βρίσκει καταφύγιο στην περιοχή, η ιστορία του Οθωμανού αρχιτέκτονα που προσπαθεί να κατασκευάσει τη γέφυρα Καραχμέτ –μια γέφυρα που μοιάζει να ενώνει τις δύο πλευρές ενός ονείρου–, η εμφάνιση του στρατιώτη που έρχεται από το παρελθόν και διασχίζει τη γέφυρα για να πεθάνει στο παρόν, υπερασπίζονται φανερά τη χρονική ευελιξία του κόμικ, μόνο που το «Γρα-Γρου» δεν το έχει ανάγκη. Ούτως ή άλλως, όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, όλα είναι μια παρένθεση.

Οι άνθρωποι κουβαλάνε τις ιστορίες τους, όπως μια αρκούδα το βάρος της, αυτό φαντάζομαι πως λέει το κόμικ: η κοπέλα κρύβει ένα τραγικό μυστικό, ένας συγγραφέας δεν μπορεί να γράψει πια, ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου χάνει τις δυνάμεις του, καθώς βλέπει το «Γρα-Γρου» –μια ανάπαυλα για τους οδηγούς που ταξιδεύουν από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία– να εκτοπίζεται από την έλευση της Εγνατίας Οδού, την ώρα που μια διαφορετική γέφυρα χτίζεται ανάμεσα στο σχέδιο και στις λέξεις, στην εικόνα και στη γραφή.

Οταν τούτη η αόρατη γέφυρα σπάει και οι δύο πλευρές της ανακατεύονται, για να γίνουν μία, όταν η εικόνα λιώνει και ξαναπαγώνει σε γραφή, όταν η γραφή μπαίνει μέσα στις εικόνες σαν μαύρο χιόνι, τότε το «Γρα-Γρου» αποκτά τους προβολείς ενός αυτοκινήτου που φωτίζουν τα πιο χαμηλόφωνα, σχεδόν σιωπηλά, καρέ: η κοπέλα που πετάει μια χιονόμπαλα προς την άγνωστη όχθη της γέφυρας, το μετέωρο πιρούνι πάνω από το πιάτο, το χάδι στο κεφάλι του σκύλου, το μάζεμα των μανιταριών, το ξεφλούδισμα των μήλων· όσο πιο συγκεκριμένα εικονογραφείται μια στιγμή τόσο πιο άχρονη γίνεται, τόσο περισσότερο ξεκολλάει από το παρόν και μετακινείται μπρος-πίσω, λες και είναι ένα φορτηγό το οποίο δεν ξέρει ακριβώς πού θέλει να πάει, εγκαταλείποντας τους ήρωες του «Γρα-Γρου» στο δάσος μιας πυκνής αγωνίας.

Αυτός είναι ο λόγος που πιστεύω πως η μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη –η οποία συνοδεύει το κόμικ και κομματιάζει τη σιωπηλή αγωνία του– είναι προτιμότερο ν’ ακουστεί μια μέρα που ο αναγνώστης περπατάει ή μαγειρεύει ή κουβεντιάζει μ’ έναν φίλο. Εκ των υστέρων, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να γίνει ένα πρόσθετο καρέ του «Γρα-Γρου».

Καθώς οι ιστορίες του «Γρα-Γρου» ετοιμάζονται να κλείσουν, ο Φίλιππος, ο συγγραφέας, ταξιδεύει με λεωφορείο προς το εστιατόριο. Ακόμα δεν έχει ξημερώσει και η διαδρομή του λεωφορείου μοιάζει με την κάτοψη ενός δίσκου βινυλίου που διακόπτεται από ένα κόκκινο αυλάκι: φλέβα, ποτάμι και γέφυρα μαζί. Είναι η ώρα της λύτρωσης.

Η διαπίστωση

Ο συγγραφέας φτάνει στο «Γρα-Γρου» κι εκεί δίπλα, στην άκρη της γέφυρας, πετάει χάμω το μισοτελειωμένο του χειρόγραφο και τη διασχίζει με προορισμό την ομιχλώδη μυστική πλευρά της. Τότε, ο αναγνώστης ίσως διαπιστώσει πως η διαδρομή του λεωφορείου δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μία σειρά από λέξεις που είχαν ερεθίσει κάποιο νευρώνα στον εγκέφαλο του συγγραφέα. Ο συγγραφέας, ανάλαφρος πια, χάνεται επιτέλους στη σιωπηλή περιοχή της λογοτεχνίας. Και ο σκύλος, που το γάβγισμά του ακούγεται σε δύο εποχές, είναι η μοναδική γέφυρα που μπορούμε να περάσουμε, ο μοναδικός οδηγός που εμπιστευόμαστε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ