ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μπ. Α. Πάρις στην «Κ»: Δεν επέλεξα εγώ το ψυχολογικό θρίλερ, αυτό με επέλεξε

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

«Ούτε εγώ γνωρίζω από πού πηγάζουν η σκοτεινιά, η θλίψη, ο φόβος των βιβλίων μου», λέει η γνωστή συγγραφέας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Eφτασε στην Αθήνα ανυπομονώντας να συναντήσει τους Ελληνες αναγνώστες της και να επισκεφθεί την Ακρόπολη. «Είναι υπέροχο να έχω αναγνώστες σε άλλες χώρες και το ελληνικό κοινό είναι πολύ ενθουσιώδες», μου λέει η Mπ. Α. Πάρις με ενθουσιασμό ανάμεικτο με υπερηφάνεια. Το κέντρο της Αθήνας είναι ηλιόλουστο και δείχνει χαρούμενη χαζεύοντας από ψηλά την πρωτεύουσα όπως λάμπει στο φως· ανυπομονεί για μια βόλτα μετά τη συνέντευξη.

Εγραψε το πρώτο της βιβλίο έπειτα από παρότρυνση μιας από τις πέντε κόρες της να λάβει μέρος σε ένα διαγωνισμό των Sunday Times. Ηταν διακοπές στη Βρετανία και επιστρέφοντας στη Γαλλία, όπου ζούσε εκείνη την εποχή, αγόρασε έναν υπολογιστή και άρχισε να γράφει. Εκείνο το βιβλίο και λίγα ακόμη δεν κυκλοφόρησαν ποτέ, γιατί, αν και καλογραμμένα, εκδότες και ατζέντηδες της έλεγαν ότι δεν ήταν σωστά για την αγορά. Στην ερώτησή της «και ποια είναι σωστά για την αγορά;» η απάντηση ήταν «τα ψυχολογικά θρίλερ». «Απάντησα ότι εγώ δεν θα έγραφα ποτέ ψυχολογικό θρίλερ», μου λέει γελώντας, ξέροντας πια ότι έχει ήδη υπογράψει τρία πολύ δημοφιλή και πολυμεταφρασμένα ψυχολογικά θρίλερ, τα «Πίσω από κλειστές πόρτες», «Η κατάρρευση» και «Φέρε με πίσω» – κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Bell. Οταν παρ’ όλα αυτά ολοκλήρωσε το πρώτο, για την ίδια ήταν απλώς ένα βιβλίο. Εκπληκτη άκουσε τον εκδότη να της λέει ότι ήταν ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ και να της ζητάει να γράψει κι άλλα. «Τελικά», λέει, «δεν επέλεξα εγώ αυτό το είδος λογοτεχνίας, αυτό με επέλεξε».

Το σοκ για τις κόρες της

Συγγραφέας, όμως, ήθελε να γίνει από όταν τα παιδιά της ήταν μικρά και τους διηγούνταν αυτοσχέδιες ιστορίες. «Σκεφτόμουν ότι, όταν θα μεγάλωναν και θα είχα χρόνο, θα έγραφα παιδικά βιβλία». Οι κόρες της ήξεραν το όνειρό της και ήταν σοκ γι’ αυτές όταν τους έδωσε να διαβάσουν το «Πίσω από κλειστές πόρτες». «Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, δεν καταλάβαιναν πώς γίνεται να γράψω κάτι τόσο σκοτεινό και τρομακτικό. Την ίδια έκπληξη εξέφρασαν και οι φίλοι μου, γιατί είμαι ένας θετικός και ευτυχισμένος άνθρωπος, και τους ξένισε ότι είχα γράψει κάτι τέτοιο», ομολογεί και συνεχίζει παίρνοντας ένα μάλλον πονηρό ύφος: «Πάντως, μου άρεσε που εξέπληξα τα παιδιά μου!». Η αλήθεια είναι ότι ούτε η ίδια γνωρίζει από πού πηγάζουν η σκοτεινιά, ο φόβος, η θλίψη, το κακό που γεμίζουν τις σελίδες των βιβλίων της. «Εχω πλούσια φαντασία», είναι μια εξήγηση που μπορεί να σκεφθεί.

Δεν σχεδιάζει κάποιου είδους πλοκή την οποία ακολουθεί στην πορεία του βιβλίου. «Απλά αρχίζω να γράφω, κυλάει από μέσα μου», μου εξηγεί με ικανοποίηση. «Από τη στιγμή που έχω την αρχή, που φαντάζομαι τη σκηνή με την οποία θα ξεκινάει, και το τέλος, απλά γράφω και βλέπω πού θα με πάει. Γι’ αυτό και μερικές φορές εκπλήσσομαι από το πού καταλήγει η ιστορία. Οταν σκέφτηκα τον Τζακ από το “Πίσω από κλειστές πόρτες”, δεν ήταν τόσο κακός όσο τελικά προέκυψε στο βιβλίο. Οσο έγραφα ήταν σαν να μου έλεγε “έλα τώρα, μπορώ να είμαι ακόμα πιο κακός”». Οσο για την ιδέα, μπορεί να τη βρει οπουδήποτε: «Επιστρέφαμε με τον άντρα μου στη Γαλλία και σταματήσαμε σε ένα πάρκινγκ στη μέση του πουθενά. Πήγε στην τουαλέτα και όσο τον περίμενα σκέφτηκα τι θα γινόταν αν γυρνούσε και δεν ήμουν εκεί. Και όταν επέστρεψε, του είπα ότι σκέφτηκα μια ιδέα για ένα βιβλίο. Ηταν το “Φέρε με πίσω”». Δεν υπάρχουν συγγραφείς από τους οποίους εμπνεύστηκε, παρότι θυμάται έντονα το καλοκαίρι που ο μπαμπάς της της απαγόρευσε να βλέπει τηλεόραση και διάβασε όλα τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι.

Πριν από ένα χρόνο μετακόμισαν με τον σύζυγό της πίσω στη Βρετανία, για να βρίσκεται κοντά στους υπέργηρους γονείς της, και στις αρχές του 2019 θα εγκατασταθούν στο νέο τους σπίτι. Ανυπομονεί να τακτοποιηθεί για να συγκεντρωθεί στο γράψιμο. Ονειρεύεται να γράφει όλη μέρα. Συνήθως αυτό κάνει. Από τις 8 το πρωί κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και αρχίζει να γράφει. «Μπορεί να μου μιλήσει ο σύζυγός μου και να μην το καταλάβω· να σηκώσω τα μάτια και να δω ότι είναι 4 το απόγευμα και δεν έχω φάει μεσημεριανό. Μου αρέσουν αυτές οι μέρες, είναι υπέροχες», μου λέει με χαρά. Στο εξής, όμως, θα προσπαθήσει να ακολουθήσει μια πιο «υγιή» ρουτίνα συγγραφής, «σκοπεύω να γράφω από τις 8 έως τις 2, να κάνω διάλειμμα για φαγητό, να πηγαίνω έναν περίπατο και να γράφω λίγο ακόμη το απόγευμα», μου εξηγεί. Εχει τελειώσει το πρώτο προσχέδιο του τέταρτου μυθιστορήματός της. Εχει ακόμη πολλές ιστορίες να διηγηθεί, μου λέει, αλλά δηλώνει κατηγορηματικά ότι «δεν θα γράψω ποτέ μια ρομαντική ιστορία». Μετά θυμάται ότι το ίδιο είχε πει και πριν γίνει γνωστή για τα ψυχολογικά θρίλερ της και ξεσπάει σε γέλια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ