ΚΟΣΜΟΣ

Το απόλυτο αδιέξοδο της Τερέζα Μέι

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός, πλαισιωμένη από τους βουλευτές του Συντηρητικού Κόμματος, στη διάρκεια της επώδυνης ψηφοφορίας της Τρίτης – η πρότασή της απορρίφθηκε με διαφορά 230 ψήφων. Τώρα, ετοιμάζεται να παρουσιάσει σχέδιο Β παρόμοιο με το απορριφθέν σχέδιο Α.

Το βράδυ της Τρίτης, λίγη ώρα μετά την ανεπανάληπτη στα βρετανικά κοινοβουλευτικά χρονικά συντριβή της κυβέρνησης της Τερέζα Μέι στην ψηφοφορία για τη συμφωνία εξόδου της Βρετανίας από την Ε.Ε., μια ευρεία τηλεδιάσκεψη ξεκίνησε στην Ντάουνινγκ Στριτ. Πάνω από 300 διευθυντές των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της χώρας ζητούσαν να μάθουν από τον υπουργό Οικονομικών Φίλιπ Χάμοντ πότε η κυβέρνηση θα αποκλείσει οριστικά το ενδεχόμενο άτακτης εξόδου. Το ίδιο ερώτημα έθεσε στη Βουλή και ο επικεφαλής των αντιπολιτευόμενων Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, υποστηρίζοντας ότι για όσο χρονικό διάστημα η πρωθυπουργός δεν αποκλείει την άτακτη έξοδο, δεν έχει νόημα να προσέλθουν οι Εργατικοί σε διαπραγματεύσεις μαζί της για μια πιθανή λύση. Εξάλλου, η αποφυγή άτακτης εξόδου στις 29 Μαρτίου βρίσκει σύμφωνη τη συντριπτική πλειονότητα των Βρετανών βουλευτών όλων των κομμάτων.

Γιατί, παρ’ όλα αυτά, η βρετανική κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να συμφωνήσει σε αυτό το απλό αίτημα; Πώς είναι δυνατόν να στέκεται ακόμη αυτή η κυβέρνηση, λαμβάνοντας ψήφο εμπιστοσύνης μόλις μία ημέρα αφότου η κεντρική της επιδίωξη, η ψήφιση της συμφωνίας με την Ε.Ε. απορρίφθηκε από τη Βουλή των Κοινοτήτων με διαφορά 230 ψήφων;

Σχοινοβασία

Η απάντηση είναι ότι η κυβέρνηση σχοινοβατεί, επιβιώνοντας ακριβώς επειδή η Μέι δεν έχει ακόμη απογοητεύσει οριστικά την πτέρυγα που ζητεί σκληρό Brexit. Η πτέρυγα αυτή (περίπου 30-40 βουλευτές, υπό τον Τζέικομπ Ρις-Μογκ) μπορεί να ρίξει την πρωθυπουργό αμέσως μόλις εκείνη προσχωρήσει στη λογική του ήπιου Brexit. Οι θέσεις της ομάδας αυτής έχουν σκληρύνει τόσο πολύ, που ακόμη και μια δέσμευση για αποφυγή άτακτης εξόδου θεωρείται απαράδεκτη υποχώρηση. Ετσι, για ακόμη μία φορά, η κεντρική διαχωριστική γραμμή στους κόλπους του Συντηρητικού Κόμματος φθάνει να καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις στη Βρετανία, όπως έγινε όταν ο Ντέιβιντ Κάμερον εξασφάλισε την προεκλογική στήριξη των ευρωσκεπτικιστών υποσχόμενος ότι θα προκηρύξει το δημοψήφισμα του 2016.

Η επιρροή των σκληρών ευρωσκεπτικιστών ακυρώνει στην πράξη τον γύρο διαβουλεύσεων που ξεκίνησε η Τερέζα Μέι, ο οποίος δεν γίνεται παρά μόνο για το θεαθήναι. Αν η Μέι εμπλεκόταν σε ουσιαστικές συζητήσεις και έφερνε στη Βουλή μια συμφωνία που θα τύγχανε διακομματικής συναίνεσης, οδηγώντας τη χώρα έξω από την Ευρωπαϊκή Ενωση με όρους στενής συνεργασίας, (π.χ. καθεστώς μόνιμης τελωνειακής ένωσης, ή καθεστώς Νορβηγίας), το ζήτημα του Brexit θα λυνόταν, αλλά με πιθανότατο κόστος τη διάσπαση του Συντηρητικού Κόμματος και την κατάρρευση της κυβέρνησης. Ετσι, η πρωθυπουργός προτιμά να συνεχίσει να παίζει καθυστερήσεις.

Η Μέι ετοιμάζεται να παρουσιάσει αύριο στη Βουλή ένα σχέδιο Β, παρόμοιο με το σχέδιο Α που μόλις απορρίφθηκε, πραγματοποιώντας μία ακόμη περιφορά γύρω από τον εαυτό της, σε έναν τέλειο φαύλο κύκλο. Το επόμενο ορόσημο στην εξέλιξη του δράματος ορίζεται για τις 29 Ιανουαρίου, όταν οι βουλευτές θα κληθούν να αψηφήσουν την κυβέρνηση, εγκρίνοντας τις τροπολογίες με βάση τις οποίες η ίδια η βρετανική Βουλή θα ζητήσει από την Ε.Ε. παράταση της προθεσμίας, προκειμένου να αποτραπεί μια άτακτη έξοδος. Η παράταση γίνεται όλο και πιο απαραίτητη, ώστε να εξευρεθούν νέες συναινέσεις, αλλά ενέχει και αυτή κινδύνους, καθώς αν εγκαταλείψει κανείς για λίγο το Ουέστμινστερ, διαπιστώνει ότι το βασικό αίτημα της βρετανικής κοινωνίας είναι να τελειώσει το ταχύτερο αυτή η υπόθεση.

Μπορεί οι οπαδοί της διάρρηξης όλων των δεσμών με την Ε.Ε. να αποτελούν μειοψηφία, αλλά περίπου ένας στους δύο Βρετανούς παραμένει οπαδός της αποχώρησης και το πολιτικό κόστος για όποιον εμφανιστεί να ματαιώνει ή ακόμη και να μεταθέτει αυτή την επιδίωξη είναι μεγάλο.

Ετσι, σημαντικό μέρος του πολιτικού θεάτρου των τελευταίων ημερών ανάγεται στην προσπάθεια της Τερέζα Μέι και του Τζέρεμι Κόρμπιν να πετάξουν ο ένας στον άλλον την καυτή πατάτα των ευθυνών για οποιαδήποτε εξέλιξη. Η Μέι καθυστερεί ελπίζοντας ότι ο Κόρμπιν θα κάνει το λάθος να υποστηρίξει την προκήρυξη νέου δημοψηφίσματος, χάνοντας έτσι τη στήριξη σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων του Εργατικού Κόμματος, ενώ ο Κόρμπιν τηρεί στάση αναμονής, περιμένοντας να δει με ποιον πολιτικά επώδυνο τρόπο θα προσπαθήσει η Μέι να βγει από το αδιέξοδο που η ίδια δημιούργησε.

Ενας από τους μοχλούς με τους οποίους η πρωθυπουργός επιδιώκει να εξασφαλίσει την κομματική πειθαρχία και την ψήφιση μιας αναθεωρημένης εκδοχής της συμφωνίας για το Brexit είναι η απειλή εκλογών. Την Παρασκευή, η ιστοσελίδα Guido Fawkes, που έχει πηγές στο εσωτερικό του Συντηρητικού Κόμματος, έγραψε ότι ο κομματικός μηχανισμός σπεύδει να επιλέξει υποψηφίους βουλευτές για τις έδρες που θεωρούνται χαμένες, μια κίνηση χαμηλής προτεραιότητας, που συνήθως συμβαίνει παραμονές εκλογών. Επιπλέον, η Daily Mail υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει δώσει εντολή στα υπουργεία να κλείσουν τις εκκρεμότητες, στέλνοντας προς ψήφιση όποια νομοσχέδια προλαβαίνουν, θέτοντας τη διοίκηση σε εκλογικό συναγερμό. Ο δε πρώην επικεφαλής των Συντηρητικών, Γουίλιαμ Χέιγκ, είπε την Τετάρτη σε στελέχη του τραπεζικού κλάδου πως θεωρεί ότι η μόνη λύση πλέον είναι οι πρόωρες εκλογές. Σε περιπτώσεις αμείλικτων πολιτικών αδιεξόδων όπως το σημερινό, η προσφυγή στις κάλπες είναι μια προφανής λύση, αλλά οι διαρροές περί προετοιμασίας δεν αποκλείεται να αποτελούν απλά απειλές προς όσους φοβούνται μια μετεκλογική αναδιάταξη.

Ο φόβος του DUP

Η ίδια η Τερέζα Μέι δεν έχει τίποτα να χάσει, αφού έχει ήδη δηλώσει ότι δεν θα διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία, αλλά πολλοί άλλοι έχουν – και δεν βρίσκονται μόνο στο κόμμα της. Οι τέσσερις τελευταίες δημοσκοπήσεις δίνουν στους Εργατικούς προβάδισμα μιας ώς τριών μονάδων, καθώς οι ψηφοφόροι επενδύουν στον επικεφαλής των Εργατικών με την ελπίδα ότι θα αντιμετωπίσει την κοινωνική κρίση που έχουν προκαλέσει οι πολιτικές λιτότητας. Δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος να κρατήσει η Μέι κοντά της τους Βορειοϊρλανδούς προτεστάντες του DUP από την απειλή ότι το τελικό καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας μετά το Brexit θα ρυθμιστεί από τον σύμμαχο του Σιν Φέιν, Τζέρεμι Κόρμπιν.

Από την άλλη πλευρά, αν οι Συντηρητικοί εκτιμήσουν ότι οι καθυστερήσεις λειτουργούν υπέρ του αντιπάλου τους και ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες νίκης αν πάνε σε εκλογές πριν υποχρεωθούν να διασπαστούν λόγω Brexit, μπορεί να το τολμήσουν. Το 2017, η Μέι προκήρυξε πρόωρες εκλογές, παρά τις συμβουλές περί του αντιθέτου, με αποτέλεσμα οι Συντηρητικοί να χάσουν μεγάλο μέρος των δυνάμεών τους και να παραμείνουν στην κυβέρνηση μόνο χάρη στο DUP.

Θα μπορούσε να κάνει ξανά το ίδιο σφάλμα; Οσοι παρατηρούν την πορεία της πρωθυπουργού τα τελευταία χρόνια δεν βλέπουν έναν άνθρωπο που μαθαίνει από τα λάθη του, αλλά έναν άνθρωπο που επιμένει, με αξιοθαύμαστη πυγμή και σταθερότητα στις ίδιες θέσεις και στις ίδιες στρατηγικές. Αρα, τίποτα δεν αποκλείεται.

Η πραγματικότητα προσγείωσε πολλούς

Σε κάθε περίπτωση, είναι αναπόφευκτο να ανοίξει ευρύτερη συζήτηση στα κόμματα και στη βρετανική κοινωνία για το είδος της επιθυμητής σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σε αντίθεση με τις άναρθρες κραυγές που σημάδεψαν την προεκλογική εκστρατεία για το δημοψήφισμα του 2016, η αντιπαράθεση με τη σκληρή πραγματικότητα έχει οδηγήσει πολλούς οπαδούς της εξόδου σε πιο προσγειωμένες θέσεις. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του πρώην υπουργού, αρμόδιου για το Brexit, Ντόμινικ Ράαμπ, ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο μέρος του βρετανικού εμπορίου προέρχεται από την άλλη πλευρά της Μάγχης. Ο Συντηρητικός βουλευτής Νικ Μπόουλς, που καταρτίζει την τροπολογία με βάση την οποία θα αποκλειστεί η άτακτη έξοδος, ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής στη συνέντευξή του στο BBC. Οταν ο παρουσιαστής τον έφερε αντιμέτωπο με προηγούμενες δηλώσεις του, ο Μπόουλς είπε ότι στο παρελθόν είχε απορρίψει κάποιες λύσεις με βάση λανθασμένες πληροφορίες. Η καλύτερη πληροφόρηση είναι και το επιχείρημα όσων ζητούν δεύτερο δημοψήφισμα. Η βρετανική κυβέρνηση συνεχίζει να απορρίπτει κατηγορηματικά μια τέτοια πιθανότητα, υποστηρίζοντας, με μια δόση υπερβολής, ότι η οργάνωση ενός δημοψηφίσματος θα απαιτούσε πάνω από 12 μήνες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ