Είναι αρχές της δεκαετίας του 1950 και η Ρουθ Χάντλερ, σύζυγος του συνιδρυτή της Mattel, Έλιοτ, παρακολουθεί τη μικρή της κόρη, Μπάρμπαρα, να παίζει στο σαλόνι του σπιτιού της με μια χάρτινη κούκλα. Τη βλέπει να παιδεύεται, γιατί το χαρτί δεν είναι ανθεκτικό, τα ρούχα δεν εφαρμόζουν σωστά, και στο μυαλό της γεννιέται η ιδέα να φτιάξει το εργοστάσιο της οικογένειας τρισδιάστατες κούκλες με γυναικείο σώμα και υφασμάτινα ρούχα. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Έλιοτ Χάντλερ και του συνεταίρου του Ματ Μάτσον, το πείσμα της Ρουθ αποδεικνύεται πιο δυνατό και στις 9 Μαρτίου 1959, στην έκθεση παιχνιδιών της Νέας Υόρκης, παρουσιάζεται η Μπάρμπι (το όνομα προς τιμήν της μικρής Μπάρμπαρα).

Η αρχική υποδοχή ήταν χλιαρή. Έπειτα όμως από μια επιτυχημένη τηλεοπτική διαφημιστική εκστρατεία, μέσα σε έναν χρόνο πουλήθηκαν 300.000 κούκλες. Σήμερα πωλούνται περισσότερες από 58 εκατ. Μπάρμπι ετησίως σε 150 χώρες – οι συνολικές πωλήσεις όλα αυτά τα χρόνια ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο. Το πρωτότυπο σώμα της φτιάχτηκε με βάση την αισθητική της εποχής και σύντομα η εταιρεία δέχτηκε επικρίσεις περί προβολής λανθασμένων προτύπων ομορφιάς, έλλειψη διαφορετικότητας και πολυπολιτισμικότητας. Από τότε η Μπάρμπι έχει αποκτήσει δεκάδες διαφορετικούς σωματότυπους, αποχρώσεις δέρματος, ματιών και μαλλιών, αλλά και εθνικότητες. Λίγο πριν σβήσουν τα 60 κεράκια τους, το 55% των Μπάρμπι που πωλούνται παγκοσμίως δεν έχουν πια ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια. Η Ρουθ Χάντλερ εγκατέλειψε τη Mattel κατηγορούμενη για «μαγείρεμα» βιβλίων. Λίγα χρόνια πριν υπεβλήθη σε μαστεκτομή και ίδρυσε τη δική της εταιρεία εμφυτευμάτων στήθους, επειδή δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτά που υπήρχαν ήδη. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ