«Όταν μεγάλωνα, δεν έβλεπα τον εαυτό μου στην οθόνη. Μας έβλεπα (σ.σ. τους μαύρους) να είμαστε οι φίλοι, υποστηρικτικοί στην πλοκή και στο ταξίδι κάποιου άλλου χαρακτήρα. ΑΥΤΟ είναι προβληματικό, γιατί έτσι δεν μπορείς να δεις τον εαυτό σου στην πρώτη γραμμή, να σε πλαισιώνουν άλλοι άνθρωποι. Και είναι απογοητευτικό, γιατί με πολλούς τρόπους νιώθεις ότι δεν υπάρχεις». 

 


© Victoria Will/Invision/AP

 

Η ανυπαρξία μαύρων πρωταγωνιστών στη βιομηχανία του θεάματος είναι ένα θέμα που ο Μαχέρσαλα Αλί συζητά συχνά στις συνεντεύξεις του. Ο 44χρονος ηθοποιός έχει εμπειρία σχεδόν 20 χρόνων στο Χόλιγουντ και μοιράζεται την άποψή του με νηφαλιότητα, σοβαρότητα και δυναμισμό. Και φυσικά, την τελευταία διετία είναι και σταρ πρώτου μεγέθους, με ένα Όσκαρ (για το «Moonlight», τυλιγμένο σε bubble wrap κάπου στο υπό ανακαίνιση σπίτι του), μία Χρυσή Σφαίρα (για το «Πράσινο βιβλίο», που παίζεται αυτές τις ημέρες και στις ελληνικές αίθουσες), με προβλέψεις για ένα δεύτερο Όσκαρ, επαίνους για την ερμηνεία του στην τρίτη σεζόν της εμβληματικής σειράς του ΗΒΟ «True Detective», χωρίς κανένας να έχει ξεχάσει τον ρόλο που τον έκανε γνωστό, τον ατσαλάκωτο λομπίστα Ρέμι Ντάντον του «House of cards». O «θόρυβος» γύρω από το όνομά του δεν είναι κάτι που τον ενοχλεί, γι’ αυτό άλλωστε αποφάσισε να μικρύνει το βαφτιστικό του, Μαχερσαλαλχασμπάζ, ώστε να μπορούν οι θεατές τουλάχιστον να το προφέρουν. Μία από τις αστείες ιστορίες της παιδικής του ηλικίας είναι ότι χρειάστηκε να γίνει επτά χρονών για να μάθει ολόκληρο το όνομά του, καθώς μέχρι τότε όλοι τον φώναζαν Χέρσαλ – ακόμα απαντά σε αυτό, αλλά προορίζεται αυστηρά και μόνο για μέλη της οικογένειάς του. Όταν όμως μια μέρα ένας ξάδερφός του τον κορόιδεψε ότι «τουλάχιστον το δικό μου όνομα δεν είναι πιο μεγάλο από την αλφαβήτα», ο μικρός Χέρσαλ ανακάλυψε ότι έφερε αυτό το βιβλικό όνομα διότι η ιερέας μητέρα του το είχε δει σε ένα όνειρό της. Έκτοτε και για λίγα χρόνια, στα παιχνίδια ρόλων με τους συνομηλίκους του διάλεγε το όνομα «Μάικλ», γιατί το θεωρούσε κουλ. Όσο δε για το πατρικό του επώνυμο, Γκίλμορ, έδωσε τη θέση του στο «Αλί», όταν αποφάσισε να ασπαστεί τον μουσουλμανισμό, τη θρησκεία της συζύγου του.

Το μπάσκετ και η υποκριτική

Οι καλλιτεχνικές και πνευματικές ανησυχίες είναι μάλλον κληρονομιά των δύο γονιών του. Ο πατέρας του ήταν χορευτής (εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν ο γιος του ήταν τριών, για να κυνηγήσει το όνειρό του) και η μητέρα του ιερέας με πολλές εσωτερικές αναζητήσεις. Έτσι, παρότι ο Μαχέρσαλα υπήρξε πολύ καλός μπασκετμπολίστας και χάρη στις επιδόσεις του εξασφάλισε υποτροφία για ένα καλό κολέγιο για μη προνομιούχους (το οποίο ακόμη υποστηρίζει οικονομικά και ηθικά), σύντομα εγκατέλειψε το άθλημα, γιατί αισθανόταν ότι δεν είχε βρει τη «φυλή» του. Η γνωριμία του με την υποκριτική ήταν τυχαία, όταν αποφάσισε ότι θα ήταν πιο εύκολο μάθημα από τα ισπανικά κι έτσι θα κατάφερνε να βελτιώσει τον μέσο όρο του. Έπειτα από μερικές σχολικές παραστάσεις και οντισιόν, έκανε την εγγραφή του στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα υποκριτικής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, από όπου αποφοίτησε το 2000.

Παρότι του πήρε πολλά χρόνια, γεμάτα ανέχεια, στερήσεις, απογοητεύσεις, ανεπιτυχείς οντισιόν, μέχρι να κατορθώσει να εξασφαλίζει σχετικά συχνά μικρά ρολάκια σε τηλεοπτικά προγράμματα, είχε πάντα επίγνωση ότι ήταν προορισμένος για πρωταγωνιστής και ήταν αποφασισμένος να το κυνηγήσει πάση θυσία. Και το έκανε. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, ζήτησε να εγκαταλείψει το «House of cards» στο απόγειο της δόξας του, ώστε να έχει την ευκαιρία να αποδεχθεί ενδιαφέρουσες προτάσεις. Και δεν το μετάνιωσε. Σύντομα ξεκίνησε γυρίσματα για το «Moonlight» (και έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος ηθοποιός που κέρδισε Όσκαρ), ακολούθησε ο ρόλος του κακού στη σειρά «Luke Cage» της Marvel, μια συμμετοχή στο «Hidden Figures», η πρόταση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «True Detective» – προβάλλεται στην Ελλάδα από το Novacinema 4 HD.

 

 
Βίγκο Μόρτενσεν και Μαχέρσαλα Αλί σε σκηνή από το «Πράσινο βιβλίο».

 

Οικογένεια και ισορροπία

Μέσα στους φρενήρεις ρυθμούς με τους οποίους κινήθηκε η καριέρα του τα τελευταία χρόνια, έγινε μπαμπάς –πήρε στα χέρια του την κόρη του τέσσερις μέρες πριν κερδίσει το Όσκαρ– και δεν δίστασε να τρέξει μαραθώνιο στο τεντωμένο σχοινί που ονομάζεται ισορροπία επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. «Ο κανόνας της γυναίκας μου όταν κάνω γυρίσματα και είμαι μακριά τους για καιρό είναι “αν πρόκειται να λείπεις πολύ, δεν επιτρέπεται να γυρίζεις σκουπίδια· το καλό που σου θέλω να δουλεύεις σε κάτι καλό», λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Rolling Stone. Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι τον τηρεί, ενώ ταυτόχρονα παλεύει με την ανάγκη του για εσωτερική γαλήνη και ισορροπία, καθώς προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη δημοφιλία του για να εδραιωθεί ως πρωταγωνιστής, να παρέχει στην οικογένειά του την αγάπη, τη φροντίδα, την παρουσία του και τα υλικά αγαθά που χρειάζονται και να βρίσκει χρόνο για προσωπική ανάπαυση, διαλογισμό, προσευχή. Δηλώνει άνθρωπος με ισχυρή θέληση, από αυτούς που προχωρούν με πείσμα και αποφασιστικότητα προς τον εκάστοτε στόχο, ακολουθώντας ταυτόχρονα το πνεύμα και την εσωτερική του φωνή. Και δίνει την εντύπωση του καλού παιδιού, του φιλοσοφημένου, σοβαρού ανθρώπου, του τρυφερού συζύγου και πατέρα, του αξιόπιστου συνομιλητή, του ευσυνείδητου επαγγελματία. Καθώς φαίνεται, ο Μαχέρσαλα Αλί βρήκε τη «φυλή» του. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ