Ο χειμώνας είναι βαρύς στο Σικάγο τον Ιανουάριο του 1984. Οι κάτοικοι επιστρατεύουν τα πιο ζεστά τους ρούχα και αξεσουάρ για να προφυλαχθούν από το τσουχτερό κρύο. Κάποιοι όμως, όπως ο εικονιζόμενος στη φωτογραφία Μπρεντ Ατεμπέρι, αναζητούν αίσθηση καλοκαιριού στα κέντρα τεχνητού μαυρίσματος της πόλης. Περίπου έναν αιώνα νωρίτερα, το 1890, ο Δανός γιατρός Νιλς Ράιμπεργκ Φίνσεν είχε φτιάξει μια λάμπα που παρήγε υπεριώδη ακτινοβολία, με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει ως θεραπευτικό εργαλείο για παθήσεις του δέρματος. Για την ανακάλυψή του αυτή, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ιατρικής το 1903. Για πολλά χρόνια η χρήση της περιορίστηκε στον χώρο της ιατρικής. Άλλωστε, η καλή κοινωνία της Ευρώπης και των ΗΠΑ αποθέωνε το πάλλευκο δέρμα, ως δείγμα οικονομικής ευμάρειας και υψηλής κοινωνικής θέσης. Μόνο όταν η ιατρική κοινότητα άρχισε να εκθειάζει τα ωφέλιμα αποτελέσματα της «ηλιακής θεραπείας», μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού άρχισαν να αποζητούν την έκθεση στο φως ή στις λάμπες υπεριώδους ακτινοβολίας που διετίθεντο για οικιακή χρήση. Τα πρώτα κέντρα τεχνητού μαυρίσματος έκαναν την εμφάνισή τους στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970 και σήμερα συνιστούν μια τεράστια βιομηχανία, με τζίρο δισεκατομμυρίων.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ