ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Mέχρι το περασμένο καλοκαίρι, η προκήρυξη της άδειας καζίνο για το Ελληνικό θεωρούνταν περίπου υπόθεση ρουτίνας. Η συμβατική αυτή προϋπόθεση για την έναρξη της αξιοποίησης της πρώην έκτασης του αεροδρομίου στο Ελληνικό θεωρήθηκε από το σύνολο της αγοράς –περιλαμβανομένων των πιστωτών της χώρας– μια σχεδόν τυπική διαδικασία που θα είχε λήξει μέχρι το τέλος του περασμένου έτους.

Καίτοι έχουμε εισέλθει στον δεύτερο μήνα του νέου έτους, η διαδικασία παραχώρησης της άδειας καζίνο ακόμη δεν έχει ξεκινήσει. Αυτό συνέβη επειδή υπερτιμήθηκε το παρεχόμενο δικαίωμα ανάπτυξης του Ολοκληρωμένου Κέντρου Αναψυχής (IRC) στο Ελληνικό, ενώ ταυτόχρονα υποτιμήθηκαν οι απαιτήσεις των ενδιαφερόμενων επενδυτών. Το τίμημα της υποπαραχώρησης, δηλαδή το μίσθωμα της έκτασης, είναι η μία μεταβλητή στην εξίσωση που πρέπει να επιλυθεί προτού ξεκινήσει ο διαγωνισμός για την άδεια.

Η δεύτερη μεταβλητή περιλαμβάνει τις απαιτήσεις του επενδυτή σχετικά με το μέγεθος της ανάπτυξης που επιδιώκει και, τέλος, μια τρίτη είναι οι όροι πολεοδόμησης της υποπαραχωρούμενης περιοχής. Στον καθορισμό των τριών μεταβλητών εμπλέκονται ο κύριος παραχωρησιούχος (Lamda), οι υποπαραχωρησιούχοι (Caesars, MGE κ.λπ.) και η κυβέρνηση.

Η τελευταία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στους όρους πολεοδόμησης, ενώ η Lamda έχει κύριο ρόλο στο τίμημα και την έκταση της υποπαραχώρησης.

Οι τρεις μεταβλητές

1. Τίμημα: Για το τίμημα έχουν αναφερθεί πολλά μέχρι σήμερα, με πιο σημαντικό ότι η Lamda επιθυμεί ως μίσθωμα για το καζίνο το 5% των ακαθάριστων εσόδων (GGR) του με ελάχιστο ετήσιο τίμημα τα 20 εκατ. ευρώ. Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θεωρούν εύλογο ένα τίμημα κοντά στο 3%, ενώ επιδιώκουν να μειώσουν και την ελάχιστη χρέωση που βαρύνει κυρίως τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης της επένδυσης.

2. Η ζώνη ανάπτυξης του IRC: Η δεύτερη απαίτηση έχει να κάνει με τις βλέψεις που έχει ο κάθε ενδιαφερόμενος για την επένδυσή του. Εν προκειμένω οι αμερικανικές Caesars Entertainment και Mohegan Gaming Entertainment (MGE), που θεωρούνται οι πιο «ζεστοί» να επενδύσουν στο Ελληνικό. Ο πρώτος από τους δύο φέρει τα πιο μαξιμαλιστικά σχέδια, ζητώντας να αναλάβει τη διαχείριση του 1/6 της έκτασης του ακινήτου. Συγκεκριμένα, ζητάει να αναλάβει όλη την έκταση που συνορεύει με το Γκολφ Γλυφάδας αλλά και τη μαρίνα Αγίου Κοσμά. Οι εκτάσεις αυτές στο Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) είναι γνωστές ως Α-Α1 και ΠΜ-Α1 και αθροιστικά ξεπερνούν τα 1.000 στρέμματα. Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς η Lamda θέλει την εκμετάλλευση της μαρίνας να την αναλάβει η ίδια. Η Lamda ήδη διαχειρίζεται τη μαρίνα Φλοίσβου, τη μαρίνα του Αστέρα Βουλιαγμένης και θεωρείται βέβαιο ότι θα διεκδικήσει τη μαρίνα Αλίμου που τώρα δημοπρατείται από το ΤΑΙΠΕΔ. «Θα ήταν ιδιαίτερα απίθανο να αφήσει σε κάποιον τρίτο να διαχειριστεί το πετράδι του στέμματος», παρατηρούσε καλά ενημερωμένη πηγή αναφερόμενη στη μαρίνα του Αγίου Κοσμά. Η Caesars θέλει μέσω της μαρίνας να παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες στους καλούς και τακτικούς πελάτες του καζίνο (και όχι μόνον).

3. Πολεοδόμηση: Το τρίτο «αγκάθι» στην προκήρυξη της άδειας καζίνο είναι οι όροι πολεοδόμησης της συγκεκριμένης ζώνης. Και οι δύο ενδιαφερόμενοι επενδυτές δεν θέλουν κανέναν όρο, καθώς θεωρούν ότι η επένδυσή τους είναι ιδιαίτερα μεγάλη για να μπει σε πολεοδομικά πλαίσια. Αυτό συνέβη πριν από μερικά χρόνια στην Ισπανία, όπου η Las Vegas Sands αποσύρθηκε από μια αντίστοιχου επιπέδου επένδυση, λόγω περιβαλλοντικών και πολεοδομικών όρων που έθετε η ισπανική κυβέρνηση.

Παράγοντες κοντά στη διαδικασία σημειώνουν ότι μπορεί το 1 δισ. ευρώ που αναφέρεται συχνά για την ανάπτυξη του IRC να είναι υπερβολικό, εντούτοις θα απαιτηθούν 600 έως 700 εκατ. ευρώ το ελάχιστο. Το ποσό χαρακτηρίζεται υπέρογκο και τόσο οι Αμερικανοί, όσο και οι Ασιάτες επενδυτές που ενδιαφέρονται για την επένδυση, δεν θέλουν να έχουν πολεοδομικούς περιορισμούς.

Οι «λευκές» περιοχές

Αυτό συνιστά μεγάλο «πονοκέφαλο» για την κυβέρνηση, η οποία δεν θέλει να παραδώσει εν λευκώ μια περιοχή 600 στρεμμάτων για ανάπτυξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι Lamda και ελληνική κυβέρνηση έχουν συμφωνήσει για τους όρους πολεοδόμησης για το 80% της έκτασης. Μένουν ακόμη 3 έως 4 «λευκές» περιοχές στο ακίνητο, γεγονός που εξηγεί και τις καθυστερήσεις στην έκδοση των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (ΚΥΑ) που θα πολεοδομήσουν το 100% του ακινήτου. Μεταξύ των «λευκών» περιοχών συγκαταλέγεται τόσο το ακίνητο ανάπτυξης του IRC όσο η μαρίνα αλλά και το παράκτιο μέτωπο - Α2 (ΠΜ-Α2) που θα γίνει το ενυδρείο.

Οι τρεις προαναφερόμενοι παράγοντες διαμορφώνουν το υφιστάμενο δύσκολο παζλ προς επίλυση στην αξιοποίηση του Ελληνικού. Με δεδομένο ότι η εκχώρηση άδειας καζίνο συνιστά συμβατική προϋπόθεση για την αξιοποίηση του συνόλου του ακινήτου δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος. Οχι αδίκως επομένως τον περασμένο Νοέμβριο η Lamda διεμήνυε σε όλες τις πλευρές ότι οι μπουλντόζες θα αργήσουν να εισέλθουν στο Ελληνικό. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι για κάθε ενδιαφερόμενο να επενδύσει στο IRC, καθένας από τους προαναφερόμενους παράγοντες έχει διαφορετική επίδραση. Για παράδειγμα η MGE, σε αντίθεση με την Caesars, ενδιαφέρεται περισσότερο να μειώσει το ετήσιο καταβαλλόμενο τίμημα, παρά για την απόκτηση της μαρίνας στο Ελληνικό. Και οι δύο ωστόσο δεν θέλουν πολεοδόμους στα πόδια τους.


Ακόμη και το 35%-40% της εν δυνάμει αγοράς στην Αττική να ελέγξει το καζίνο της Πάρνηθας (Αμαρουσίου), σημαίνει ότι οι επισκέπτες του θα ποντάρουν περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως.

Πού ποντάρει η σύμπραξη Λασκαρίδη - Κόκκαλη και μεταφέρεται το καζίνο από την Πάρνηθα στο Μαρούσι

Η αίσθηση ότι κάποια στιγμή η κρίση στην Ελλάδα θα ξεπεραστεί και ότι η αγορά των καζίνο θα επανακάμψει στα επίπεδα τουλάχιστον του 2010, είναι ο κινητήριος μοχλός πίσω από επενδυτικά σχέδια ύψους 1 δισ. ευρώ που προωθούνται στη χώρα. Αυτός είναι ο λόγος που μεγαθήρια όπως η Caesars και η MGE συζητούν για την Ελλάδα, αλλά και μια σειρά εγχώριων επιχειρηματικών συμφερόντων που τώρα θέλουν να εισέλθουν στην αγορά. Μεταξύ αυτών η σύμπραξη των οικογενειών Λασκαρίδη και Κόκκαλη, που πρόσφατα απέκτησαν συμμετοχή 48% στη Regency και μέσω αυτής στα σημαντικότερα σήμερα καζίνο της χώρας (Πάρνηθας και Θεσσαλονίκης).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναδιάρθρωση του δανεισμού της επιχείρησης ήταν ίσως η πιο σιωπηλή που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και με τη συμμετοχή όλων των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών που πλέον κατέχουν τον έλεγχο της καταστατικής μειοψηφίας (33,7%). Επίσης, στην αναδιάρθρωση συμμετείχαν και ορισμένα επενδυτικά funds, όπως η Apollo Capital, που διαβλέπουν σημαντικές ευκαιρίες στο νέο επιχειρηματικό σχήμα που διαμορφώθηκε.

Χαμηλά μεγέθη

Το 2017 η αγορά των καζίνο πλησίον της Αττικής (Πάρνηθα και Λουτράκι) πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα (Gross Gaming Revenue) ύψους 137 εκατ. ευρώ και τζίρο ύψους 900 εκατ. ευρώ. Σε αντίστοιχα μεγέθη εκτιμάται ότι βρέθηκε η αγορά και κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς. Τα μεγέθη αυτά συνιστούν ιστορικά χαμηλά από το 2007 που τα καζίνο της χώρας είχαν πετύχει έσοδα-ρεκόρ. Μόνο τα δύο καζίνο της Πάρνηθας και του Λουτρακίου είχαν ακαθάριστα έσοδα ύψους 466 εκατ. ευρώ και τζίρο κοντά στα 2 δισ. ευρώ.

Η δημιουργία του καζίνο στο Ελληνικό και η μετεγκατάσταση του καζίνο Πάρνηθας στο Μαρούσι εκτιμάται ότι μπορούν να επαναφέρουν την αγορά στα επίπεδα του 2009-2010. Την περίοδο εκείνη τα δύο μεγάλα καζίνο είχαν ακαθάριστα έσοδα της τάξης των 350 εκατ. ευρώ. Την αγορά αυτή αναμένεται να μοιραστούν στη μετά Ελληνικό εποχή τρία καζίνο, του Ελληνικού, της Πάρνηθας (Αμαρουσίου) και του Λουτρακίου. Το μεγαλύτερο μερίδιο αναμένεται να έχει το καζίνο του Ελληνικού, που θα είναι περισσότερο κύρους και χλιδής, ενώ το μικρότερο μερίδιο θα έχει το καζίνο Λουτρακίου, που σε αντίθεση με τις ένδοξες «στιγμές» που έζησε τη δεκαετία του 2000, θα εξελιχθεί σε ένα επαρχιακό καζίνο.

Ενδιαμέσως των καζίνο Ελληνικού και Λουτρακίου θα βρεθεί το καζίνο της Πάρνηθας. Ακόμη και το 35%-40% της εν δυνάμει αγοράς στην Αττική να ελέγξει, σημαίνει ότι οι επισκέπτες του θα ποντάρουν περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως. Βεβαίως, λόγω ανταγωνισμού οι αποδόσεις μπορεί να μειωθούν, αλλά οι προοπτικές είναι θετικές, με δεδομένο μάλιστα ότι η πορεία της αγοράς βρίσκεται μάλλον στα χαμηλότερα επίπεδα. Μάλιστα, όπως αναφέρουν στελέχη των καζίνο, η επισκεψιμότητα διατηρείται –ειδικά μετά την κατάργηση του εισιτηρίου– και το μόνο που έχει αλλάξει είναι το ύψος των πονταρισμάτων που έχει μειωθεί δραστικά. Από την άλλη πλευρά, μια νέα γενιά πελατών που έχει δημιουργήσει το Internet, αλλά και τα καταστήματα play του ΟΠΑΠ, εκτιμάται ότι δημιουργούν επίσης ευοίωνες προοπτικές. Γι’ αυτό άλλωστε οι ιδιώτες επενδυτές του καζίνο Πάρνηθας, παρά το γεγονός ότι ελέγχουν το 51% της εταιρείας, προτίθενται να αναλάβουν το ρίσκο της επένδυσης στο Μαρούσι.

Πώς θα αξιοποιηθεί ο χώρος του Μον Παρνές

Η δημιουργία  κέντρου περιβαλλοντικής ενημέρωσης, χώρων αναψυχής, εστίασης και πιθανώς η δημιουργία ενός μικρού ξενοδοχείου που θα φιλοξενεί τους φυσιολάτρες της Πάρνηθας και της φυσικής ζωής είναι οι πιθανές χρήσεις του καζίνο που θα εγκαταλείψει η εταιρεία Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε. «Κλειδί», δε, για τη βιωσιμότητα της ήπιας αξιοποίησης θεωρείται το τελεφερίκ, το οποίο μειώνει σημαντικά το κόστος μετακίνησης στις εγκαταστάσεις.

Το θετικό είναι ότι η Regency αφήνει ανακαινισμένο το τελεφερίκ –μια επένδυση που ξεπέρασε τα 45 εκατ. ευρώ το 2006–, ενώ επιπλέον θα συνεχίσει για τουλάχιστον πέντε χρόνια να υποστηρίζει τις εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με στελέχη της Regency, τουλάχιστον 5 εκατ. ευρώ θα διατεθούν στην πενταετία είτε για συντήρηση είτε για τη φύλαξη των εγκαταστάσεων, ενώ δεν αποκλείεται να πλησιάσουν τα 12,5 εκατ. ευρώ. Το ακριβές ύψος της δαπάνης θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. θα βρει επενδυτή για να αξιοποιήσει τις εγκαταστάσεις στην κορυφή της Πάρνηθας.

Ειδικότερα, όπως ανακοίνωσε πρόσφατα η Regency, η αποκατάσταση του τοπίου, μετά τη μετεγκατάσταση του καζίνο στο Μαρούσι, θα κοστίσει περίπου 5 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η εταιρεία προτίθεται να καταβάλλει ετησίως, και με μέγιστο διάστημα τα πέντε έτη, 1,5 εκατ. ευρώ για την κάλυψη των αναγκών φύλαξης και συντήρησης του ακινήτου.

Στελέχη της Regency επικαλούνται την αξιοποίηση της κορυφής του Λυκαβηττού από τον όμιλο Καστελλόριζου ως πετυχημένο παράδειγμα. Σημειώνουν ότι οι υπηρεσίες εστίασης που παρέχονται στην κορυφή του λόφου της Αθήνας κατέστησαν επικερδές ακόμη και το τελεφερίκ από το Κολωνάκι μέχρι την κορυφή του βουνού. Το μέσο εξοικονομεί χρήμα και κυρίως χρόνο σε όσους θέλουν να μεταβούν στην κορυφή του λόφου και αυτό αναμένουν να συμβεί και στην Πάρνηθα. Είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντικό να κρατηθεί ανοικτός ο «δρόμος» προς τις εγκαταστάσεις του καζίνο, που θα διατηρήσει εν ζωή και το τελεφερίκ.

Η λειτουργία του καζίνο στην Πάρνηθα ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1971, δέκα χρόνια μετά τη λειτουργία της πρώτης ξενοδοχειακής εγκατάστασης. Η χρήση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί εν ζωή η εγκατάσταση, η οποία ειδικά την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα μακριά από το κέντρο της Αθήνας. Στα εγκαίνια του καζίνο, που πραγματοποιήθηκαν στις 5 Φεβρουαρίου πριν από 47 χρόνια, τουλάχιστον 500 αυτοκίνητα ανέβηκαν στον δρόμο της Πάρνηθας, μεταφέροντας πάνω από 2.000 Αθηναίους. Η νέα φράση που κυριάρχησε είναι το «πάμε στο βουνό» και υποδήλωνε το «πάμε στο καζίνο». Μάλιστα, για την είσοδο στο καζίνο χρειαζόταν η επίδειξη φορολογικής δήλωση, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι απαγορευόταν να μπουν. Ενα χρόνο αργότερα η πρόσβαση στο καζίνο έγινε ακόμη πιο εύκολη, με την κατασκευή και τη λειτουργία του τελεφερίκ, ενώ το 1974 το γνωστό σε όλους Μον Παρνές έπαψε να παρέχει ξενοδοχειακές υπηρεσίες και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη λειτουργία του καζίνο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ