Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Προκόπης Παυλόπουλος: Μια μακρινή εκλογή

Τ​​ον λένε διχαστικό. Ομως ο Τσίπρας δεν σκάβει μόνο την τάφρο που χωρίζει το κόμμα του από τα άλλα. Είναι και παραδιχαστικός: Προσπαθεί να προκαλέσει εσωτερικά ρήγματα στα αντίπαλα κόμματα. Δοκίμασε να διχάσει τη Ν.Δ. με το Μακεδονικό. Δοκίμασε να διχάσει το ΚΙΝΑΛ με τον ανασχηματισμό. Δοκίμασε να ανάψει εστία εσωκομματικής αντιπαράθεσης στην αξιωματική αντιπολίτευση χρησιμοποιώντας ως στουπί ακόμη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας – και μάλιστα για να κάψει ένα από τα ελάχιστα κεφάλαια της συνταγματικής αναθεώρησης στο οποίο μπορούσε να επιτευχθεί πραγματική συναίνεση.

Η επιλογή του Τσίπρα να απεγκλωβιστεί από το δόκανο που ο ίδιος έστησε με την αναθεώρηση εμφανιζόμενος ως παυλοπουλικότερος του Αντώναρου δεν είναι μόνο θεσμικά ανορθόδοξη. Είναι, λένε, και οξύμωρη. Πώς μπορεί να εκστρατεύει ως παυλοπουλικός ένας πρωθυπουργός που δεν έλαβε υπ’ όψιν του στην αναθεωρητική του πρόταση τις απόψεις του συνταγματολόγου Παυλόπουλου; Πώς μπορεί να τον επικαλείται με φόντο τη συζήτηση για την προεδρική εκλογή όταν έχει περιφρονήσει τα επιστημονικά του πορίσματα εναντίον της απευθείας από τον λαό εκλογής;

Τέτοιες λεπτομέρειες δεν εμπόδισαν ποτέ τον τακτικιστή Τσίπρα. Ομως, ακόμη και από την άποψη της αποτελεσματικότητας του ελιγμού, τι έχει να προσδοκά; Αν υποθέσουμε ότι το πρόσωπο του νυν Προέδρου αντανακλούσε τους συσχετισμούς του κόμματος από το οποίο προέρχεται, η αντανάκλαση αυτή έχει ήδη μετρηθεί από τον Ιανουάριο του 2016. Τότε, κόντρα σε όλες τις προγνώσεις, σε μια ανοικτή εκλογή, αναδείχθηκε αρχηγός του κόμματος του Παυλόπουλου ο μοναδικός βουλευτής του που δεν τον είχε ψηφίσει για πρόεδρο. Αν υπήρχε ζιζάνιο εσωτερικής έριδας, εκριζώθηκε έτσι, δημοκρατικά και αμετάκλητα.

Το γεγονός ότι σήμερα η Προεδρία παρακολουθεί χωρίς ψίθυρο την απόπειρα επιστράτευσής της στις προεκλογικές ορέξεις του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αποδοθεί σε θεσμική αυτοσυγκράτηση. Ο Πρόεδρος αφήνεται αλτρουιστικά να τον εμπλέκουν στην πολιτική αντιπαράθεση, επειδή ένα νεύμα του ίσως κατέληγε να τον εμπλέξει βαθύτερα σε αυτή.

Με εκκρεμείς τις αυτοδιοικητικές, τις ευρωπαϊκές και και τις βουλευτικές εκλογές, η συζήτηση για την εκλογή Προέδρου μοιάζει αμελητέα. Οταν θα έρθει η ώρα της, καλώς ή κακώς, δεν θα κριθεί απ’ όσα είπε ή δεν είπε ο νυν Πρόεδρος επί του προεδρικού καναπέ.

Οι υποψηφιότητες στη μακρινή εκείνη εκλογή θα κριθούν από τον συσχετισμό της επόμενης Βουλής. Από το πόσο ισχυρός θα είναι ο επικεφαλής της επόμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Από το πόσο ελεύθερα θα μπορεί να διαλέξει.

Βασίλης Μπεσκένης: Δηλητήριο και μνήμη

​​Tοξικός. Ηταν η λέξη της χρονιάς για το 2018, σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης. Η μεταφορική της χρήση έχει γίνει του συρμού και στα ελληνικά, σε τέτοιο βαθμό που μοιάζει σαν να έχει χάσει την αρχική της απαξία. Στον πολιτικό λόγο, ο «τοξικός» έχει καταντήσει να εννοείται σαν συνώνυμος του πολωτικού, του προσβλητικού, του φανατικού. Εχει ξεθυμάνει η τοξικότερη σημασία του – η ικανότητά του να εξαπλώνεται, να δηλητηριάζει και, δηλητηριάζοντας, να κυριαρχεί.

Η μοίρα της λέξης αντανακλά και τη μιθριδατική προσαρμογή της δημόσιας σφαίρας. Οσο περισσότερο τοξικός είναι ο λόγος που τη διαποτίζει, τόσο λιγότερο γίνεται αντιληπτός ως δηλητηριώδης· τόσο περισσότερο μπορεί να γίνεται εθιστικός. Ο τοξικός πολιτικός φτιάχνει στίφη τοξικομανών, που απολαμβάνουν τις τοξίνες του και καταλήγουν να μην μπορούν χωρίς αυτές.

Ο τοξικός πολιτικός δεν είναι κάποιος που απλώς επιτρέπει στον εαυτό του να θυμώνει δημοσίως – που απλώς εξαπολύει βρισιές. Είναι εκείνος που, βάλλοντας, διασώζει κάτι από την τέχνη του τοξότη. Βουτάει το βέλος στο φαρμάκι και το εκτοξεύει στα γυμνά. Σημαδεύει στα ευάλωτα σημεία του ακροατηρίου του. Βρίζει αυτούς που όλοι λαχταρούν να βρίζουν. Βρίζει όπως όλοι ήθελαν αλλά δεν τολμούσαν. Νομιμοποιεί την εσωτερική τους φωνή. Και ανεβάζει διαρκώς τη δόση. Κανιβαλίζει αδίκους και δικαίους. Ζωντανούς και νεκρούς.

Ο τοξικός πολιτικός κατατοξεύει, υποτίθεται, τους αντιπάλους του. Αλλά η κατηγορία των αντιπάλων δεν ορίζεται πολιτικά. Ορίζεται επαγγελματικά: «Τσόλια» οι συνδικαλιστές. «Βόθροι» οι δημοσιογράφοι. Ορίζεται στατιστικά: Οι νεκροί στο Μάτι και στο Λος Αντζελες. Οι νεκροί από γρίπη. Τα νεκρά μωρά στο νοσοκομείο της Λαμίας. Ο Βασίλης Μπεσκένης.

Θα περίμενε κανείς ότι ο δημοσιογράφος του ΣΚΑΪ είναι πια οντολογικώς απρόσβλητος από πολιτικές τοξίνες. Ο,τι ήταν να πάθει το είχε πάθει. Ο,τι ήταν να πάθει από τον υβριστή του το είχε υποφέρει όσο ζούσε, προτού τον θωρακίσει ο πρόωρος θάνατός του.

Το να ονομάζει κανείς αυτή την εξουσία τοξική μοιάζει σαν να την αθωώνει. Είναι μάλλον ολοκληρωτική – μια μορφή όχι κανονικού ολοκληρωτισμού με ερπύστριες, αλλά γιδο-ολοκληρωτισμού με στιβάνια. Κι ωστόσο αντιστοιχίζεται με τον αυθεντικό ολοκληρωτισμό επειδή διεκδικεί να εξουσιάζει τους ανθρώπους ακόμη κι όταν εκλείπουν βιολογικά. Επειδή διώκει τους «άλλους» απτόητος, ακόμη κι όταν έχει απομείνει μόνον η μνήμη τους.

Αναρωτιόμαστε συχνά αν αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Δεν έχουμε δει πολιτικό να επιδιώκει τη μετά θάνατον ηθική εξόντωση του αντιπάλου του. Δεν έχουμε δει υπουργό να εφεσιβάλει νεκρό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ