«Ζητούνται σοπράνο, ηλικίας 20-35 ετών, για την παραγωγή “Master Class” του Τέρενς Μακ Νάλι. Η παράσταση θα ανέβει κατά τη θεατρική περίοδο 2018-19, σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Ναυπλιώτου. Προαπαιτούμενα: κλασική εκπαίδευση σοπράνο. Θα εκτιμηθεί πρότερη σκηνική εμπειρία σε θεατρικές ή οπερατικές παραστάσεις. Απαραίτητη η επισύναψη βιογραφικού σημειώματος, καθώς και δύο φωτογραφιών (πορτρέτο και ολόσωμη)».

Αυτή η ανακοίνωση, τον περασμένο Ιούνιο, έφερε στην ακρόαση του Μικρού Χορν δεκάδες λυρικές τραγουδίστριες. «Είναι αγχωτικό και άχαρο πράγμα η οντισιόν: στήνεσαι στη σκηνή, σου λένε “τραγούδα” κι εσύ πρέπει μέσα σε τρία λεπτά το πολύ να δείξεις τι μπορείς να κάνεις», εξηγεί η Λητώ Μεσσήνη. «Ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πήχης δυσκολίας ήταν ψηλά, μια και οι υποψήφιες έπρεπε να αναμετρηθούμε με τις δύο πολύ απαιτητικές άριες που ακούγονται στην παράσταση: “Vieni! Τ’affretta” από τη “Λαίδη Μάκβεθ του Βέρντι και “Ah, non credea mirarti” από την “Υπνοβάτιδα” του Βιντσέντζο Μπελίνι. Αλλά στον χώρο μας δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε πότε θα χτυπήσει το τηλέφωνό μας. Κυνηγάμε τις ακροάσεις και προσπαθούμε με όλες μας τις δυνάμεις για μια ευκαιρία».

 


Λητώ Μεσσήνη

 

Η Λητώ, η οποία πιτσιρίκα, πριν ανακαλύψει τον συναρπαστικό κόσμο της όπερας, ονειρευόταν να γίνει... Μαράια Κάρεϊ ή Γουίτνεϊ Χιούστον, πέρασε τη δοκιμασία και έγινε δεκτή. Θα ζούσε τη συναρπαστική εμπειρία «του πώς συναντώνται δύο κόσμοι: του θεάτρου και του λυρικού θεάτρου», όπως λέει. Κι αυτό συμβαίνει από τον περασμένο Νοέμβριο, που οι παραστάσεις ξεκίνησαν κι εκείνη «συναντιέται» με τη Μαρία Κάλλας στον ρόλο μιας από τις νεαρές σοπράνο οι οποίες παρακολούθησαν το περίφημο σεμινάριο που εκείνη πραγματοποίησε στη Μουσική Σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης, στις αρχές της δεκαετίας του ’70. 

Άλλες τρεις ταλαντούχες συνάδελφοί της πήραν το «εισιτήριο» για την παράσταση, που συγκαταλέγεται στις πιο επιτυχημένες, εμπορικά και καλλιτεχνικά, της σεζόν: η Βάσια Ζαχαροπούλου, η Δάφνη Δαυίδ και η Εύα Γαλογαύρου (σε διπλή διανομή όλες).

 


Βάσια Ζαχαροπούλου

 

Μοναχοπαίδι, με μπαλέτο και γαλλικά, η Βάσια Ζαχαροπούλου ήταν πιτσιρίκα όταν είδε ένα πιάνο στη βιτρίνα ενός καταστήματος και το ερωτεύτηκε! Ξεκίνησε σπουδές πιάνου στο Εθνικό Ωδείο, στα δεκαέξι της άρχισε παράλληλα μαθήματα λυρικού τραγουδιού, αλλά η επιθυμία των γονιών της να έχει η κόρη τους μια «καθωσπρέπει» δουλειά την οδήγησε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, από όπου πήρε πτυχίο στα Ναυτιλιακά. «Εργαζόμουν σε μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία και πάνω που είχα αρχίσει να... σιχτιρίζω, έμαθα για μια οντισιόν της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Αναζητούσαν έκτακτους χορωδούς για τον “Πρωτομάστορα” του Μανώλη Καλομοίρη. Πήγα, έχοντας στο μυαλό μου διάφορα στερεότυπα –ότι για να σε πάρουν, πρέπει να έχεις γνωριμίες ή πολιτικό μέσο και τα σχετικά–, αλλά έγινα δεκτή. Χάρηκα όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε». Από τότε, χρόνο με τον χρόνο, η Βάσια βάζει ολοένα και περισσότερα λιθαράκια στην καριέρα της. Παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει λόγω της οικονομικής κρίσης. «Την τελευταία δεκαετία, πολλά έχουν αλλάξει. Εκεί που νομίζεις ότι έχεις φτάσει κάπου, μπορεί την επόμενη μέρα να βρεθείς ξανά στο μηδέν. Μου έχει τύχει έναν χρόνο να δουλεύω σαν τρελή και τον επόμενο να είμαι άνεργη, παροπλισμένη. Φταίει και το γεγονός ότι είμαστε πολλές οι σοπράνο. Σαν τα γυναικεία παπούτσια Νο 38!» λέει γελώντας.

 


Εύα Γαλογαύρου

 

Η Εύα Γαλογαύρου, απόφοιτος του Μουσικού Σχολείου Σιάτιστας, συμφωνεί πως οι δυσκολίες είναι μεγάλες για μια νέα καλλιτέχνιδα που θέλει να κάνει καριέρα στην όπερα: «Όταν είσαι στα πρώτα σου βήματα, σπάνια πληρώνεσαι, συνήθως πληρώνεις: τον δάσκαλό σου, τον πιανίστα με τον οποίο κάνεις πρόβες για να πηγαίνεις στις ακροάσεις, τα εισιτήριά σου για ακροάσεις στο εξωτερικό, τον ατζέντη σου. Επενδύεις, δηλαδή, στον εαυτό σου και στο όνειρό σου». Αλλά εκείνη, όπως και τα υπόλοιπα κορίτσια, το παλεύει. Για να βιοπορίζεται, εργάζεται παράλληλα ως μπέιμπι σίτερ.

Αντίστοιχα, η Δάφνη Δαυίδ, που είναι ηθοποιός, έχει πτυχίο Ψυχολογίας από το Πάντειο (με εξειδίκευση στη συστημική ψυχοθεραπεία) και σπουδάζει λυρικό τραγούδι μόλις τα τελευταία τέσσερα χρόνια, δουλεύει και ως ψυχολόγος. Προσέγγισε τη Μαρία Κάλλας και μέσα από αυτή την ιδιότητά της. «Κατάλαβα την ανάγκη και την αγωνία της να αναγνωριστεί, αλλά και να αγαπηθεί. Την πόνεσα», λέει. 

 


Δάφνη Δαυίδ

 

Ζητώ από τις τέσσερις σοπράνο να μου πουν τι θαυμάζουν στη Μαρία Κάλλας και τι θα τη ρωτούσαν αν ήταν παρούσες σ’ εκείνο το Master Class, που έδωσε το έναυσμα στον Τέρενς Μακ Νάλι να γράψει το ομώνυμο θεατρικό έργο. «Η Κάλλας σηματοδότησε μια νέα αρχή για την όπερα, γιατί έδωσε βάση και στην ερμηνεία, όχι μόνο στην ωραία φωνή», απαντά η Βάσια Ζαχαροπούλου. «Ρίσκαρε συχνά να θυσιάσει την τεχνική της για να γίνει πιο πειστικός ένας ρόλος της. Λατρεύω την “Τραβιάτα” της. Οι νότες της είναι σαν να κλαίνε! Κι επειδή οι δάσκαλοί μας πάντα μας συμβουλεύουν ότι πρέπει να κάνουμε ότι κλαίμε, γιατί διαφορετικά η φωνή μας δεν θα βγαίνει καλά, θα ήθελα να ξέρω πώς εκείνη κατάφερνε να διαχειρίζεται και να μεταδίδει τον πόνο της».

Για την Εύα Γαλογαύρου η Κάλλας «έκανε μια μεγάλη τομή στην όπερα. Εισήγαγε έναν άλλο τρόπο –και μουσικά και θεατρικά– αναδεικνύοντας την ουσία του μελοδράματος». Πριν ανεβεί στη σκηνή, μελέτησε διεξοδικά και τη ζωή και την καριέρα της διάσημης Ελληνίδας σοπράνο. «Ακούμπησα το χέρι μου στα παιδικά τραύματά της, θαύμασα το σθένος με το οποίο ξεπερνούσε τα εμπόδια. Φυσικά και θα ήθελα να μάθω πώς προσέγγιζε τις νότες και το κείμενο, αλλά, αν είχα την ευκαιρία να της απευθύνω μόνο μία ερώτηση, θα τη ρωτούσα κάτι πιο ανθρώπινο: ποιο τραγούδι εκτός οπερατικού ρεπερτορίου θα αφιέρωνε στον Αλέξανδρο Ωνάση...»

«Όταν σπούδαζα λυρικό τραγούδι», θυμάται η Λητώ Μεσσήνη, «αγόρασα μια ανθολογία με άριες της Κάλλας. Μόλις πάτησα το play και άρχισα να ακούω το “Ah, non credea mirarti”, ένιωσα ότι ήμουν μετέωρη, ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Με έπιασε τρέμουλο. Αν και δεν καταλάβαινα τους στίχους, ξέσπασα σε λυγμούς. Για όλους τους καλλιτέχνες υπάρχει μια κοινή αφετηρία: παίρνεις μια παρτιτούρα και ξεκινάς από το μηδέν. Θα τη ρωτούσα, λοιπόν, πώς προετοίμαζε έναν ρόλο».

Η Δάφνη Δαυίδ δεν θα ξεχάσει ποτέ τη μέρα που άκουσε το «Vissi d’arte» από την «Τόσκα» για πρώτη φορά. «Αυτό το κλάμα, το τόσο συνταρακτικό, με κάνει κάθε φορά να ανατριχιάζω. Κι επειδή έχω την αίσθηση ότι η Κάλλας είχε κλάψει πολύ στη ζωή της, και εκτός σκηνής, αν έβρισκα τη δύναμη να αρθρώσω μερικές λέξεις μπροστά της και δεν λιποθυμούσα (γέλια), θα τη ρωτούσα πότε ένιωσε πραγματικά ευτυχισμένη και πλήρης...» ■

«Master Class»: Μικρό Χορν, Αθήνα, μέχρι την Κυριακή των Βαΐων / Θέατρο Αριστοτέλειον, Θεσσαλονίκη, από 15 Μαΐου για λίγες παραστάσεις.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ