Οι δεκαετίες του κυνηγητού, οι κινηματογραφικές αποδράσεις, τα υπόγεια τούνελ, τα αμύθητα πλούτη και η πολύκροτη δίκη του ναρκεμπόρου Χοακίν Γκουσμάν, που έφερε ξανά στην επικαιρότητα μία από τις πιο εγκληματικές φύσεις του καιρού μας.

«Μπορώ να πω ότι είναι φυσιολογικό οι άνθρωποι να έχουν ανάμεικτα συναισθήματα για μένα, επειδή κάποιοι με γνωρίζουν και άλλοι όχι. Γι’ αυτό λέω ότι είναι φυσιολογικό. Επειδή αυτοί που δεν με γνωρίζουν μπορούν να έχουν αμφιβολίες για το αν είμαι ένας καλός άνθρωπος ή όχι», είπε πριν από τρία χρόνια ο διαβόητος Μεξικανός ναρκέμπορος Χοακίν Γκουσμάν. Μια δήλωση αρκετά ενδιαφέρουσα για τον ψυχισμό του μυθικού «Ελ Τσάπο», ο οποίος φαίνεται ότι πίστευε πως αυτοί που τον κρίνουν αυστηρά είναι επειδή δεν τον έχουν γνωρίσει. Η δήλωση αυτή αποτελεί μέρος της μοναδικής συνέντευξης που έδωσε ποτέ ενώ ήταν ακόμα ελεύθερος, για λογαριασμό του περιοδικού Rolling Stone, και μάλιστα στον εκτελούντα χρέη ρεπόρτερ και σταρ του Χόλιγουντ, Σον Πεν.

Η τρίμηνη δίκη του στη Νέα Υόρκη ολοκληρώθηκε την περασμένη εβδομάδα και ο Γκουσμάν κρίθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν· θα μεταφερθεί στη φυλακή Φλόρενς, όπου θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Η απόφαση της αμερικανικής Δικαιοσύνης μοιάζει να ρίχνει την αυλαία σε μια καταδίωξη δεκαετιών, τα επεισόδια της οποίας παραπέμπουν σε ταινία δράσης, και μάλιστα γεμάτης υπερβολές. Έτσι κι αλλιώς, έχουμε ήδη παρακολουθήσει τηλεοπτικές σειρές και ντοκιμαντέρ για τον 61χρονο Μεξικανό κακοποιό και στο μυαλό μας η υπόστασή του είναι οριακά επινοημένη.

Και όμως, ο «Τσάπο» (σημαίνει κοντούλης, λόγω του χαμηλού του αναστήματος) είναι εντελώς πραγματικός. Υπεύθυνος για τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, κύριος μιας περιουσίας 14 δισ. δολαρίων, προμηθευτής ναρκωτικών (κοκαΐνης, μεθαμφεταμίνης, ηρωίνης και μαριχουάνας) σε όλο τον κόσμο. Ένας άνθρωπος οριακά αναλφάβητος που ρήμαξε τη χώρα του, ενώ παράλληλα έβρισκε κυνικά μια θέση στις λίστες των δισεκατομμυριούχων του Forbes.

 


Καθημερινότητα στη μεξικανική επαρχία κατά τη διάρκεια του πολέμου των καρτέλ, με τους πολίτες να δημιουργούν αυτοσχέδιες αμυντικές κατασκευές.© AFP PHOTO/ALFREDO ESTRELLA

 

Η δράση του ξεκίνησε από την εφηβεία, καλλιεργώντας και πουλώντας μαριχουάνα, σταδιακά δικτυώθηκε στις τοπικές οργανώσεις, έγινε πρωτοπαλίκαρο στο καρτέλ της Γκουανταλαχάρα και τελικά το αφεντικό του καρτέλ της Σιναλόα, οπότε και τα ίχνη του άρχισαν να καλύπτονται με πτώματα. Το 1993, κατά τη διάρκεια ενός ξεκαθαρίσματος λογαριασμών στο αεροδρόμιο της Γκουανταλαχάρα, από το οποίο ο Γκουσμάν διέφυγε σώος, σκοτώθηκαν επτά άτομα, ένας εκ των οποίων ήταν και ο τυχαία διερχόμενος καρδινάλιος Χεσούς Ποσάδας Οκάμπα. Ο «Τσάπο» τελικά συνελήφθη λίγους μήνες αργότερα στη Γουατεμάλα, εκδόθηκε αμέσως στο Μεξικό, όπου καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ετών και μεταφέρθηκε στη φυλακή υψίστης ασφαλείας Πουέντε Γκράντε. Κατά την παραμονή του εκεί συνέχισε να διοικεί την επιχείρησή του και να απολαμβάνει κάθε πολυτέλεια, χρηματίζοντας τους αρμοδίους για τη φύλαξή του. Μέχρι που μια μέρα διέφυγε με αφοπλιστική ευκολία, κρυμμένος στο καρότσι με τα άπλυτα. Η απόδρασή του, στην οποία συμμετείχαν 78 άτομα, του κόστισε 2,5 εκατ. δολάρια.

Από την ημέρα εκείνη ξεκίνησε ένα εξαντλητικό ανθρωποκηνυγητό σε ολόκληρη τη χώρα, με τον Γκουσμάν να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται σε διάφορα σημεία (είναι αναρίθμητα τα μέρη όπου έζησε ή που φημολογείται ότι έζησε μετά το 2001) και τις αρχές να είναι πάντα ένα βήμα πίσω, παρά το γεγονός ότι η σύλληψή του παρουσιαζόταν πάντα ως προτεραιότητα. Κολλημένη στα δέντρα και στις κολόνες της χώρας, μπορούσε να δει κανείς την αφίσα που τον επικήρυσσε, μια μάλλον παλιομοδίτικη τακτική, ένδειξη πιθανόν της απελπισίας των αρχών. Η αμοιβή για όποιον πρόσφερε πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψή του έφτανε τα 2,3 εκατ. δολάρια – στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσό είχε οριστεί στα 5 εκατ. δολάρια, καθώς ήταν πλέον σαφές ότι μέρος της εγκληματικότητας σε ορισμένες πόλεις οφειλόταν στη διακίνηση ναρκωτικών από το καρτέλ της Σιναλόα.

Στο περιθώριο του κυνηγητού αιωρούνταν πάντα το ερώτημα κατά πόσο ήταν ειλικρινής η διάθεση των Μεξικανών να τον συλλάβουν. Ήταν κοινό μυστικό ότι ο Γκουσμάν είχε επιβάλει τον νόμο της διαφθοράς στον πολιτικό κόσμο, στην αστυνομία και στη Δικαιοσύνη. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της δίκης, ένας πρώην συνεργάτης του ανέφερε ότι το 2012 ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της χώρας, Ενρίκε Πένια Νιέτο, είχε δεχτεί ένα «δώρο» 100 εκατ. δολαρίων, γεγονός που η πλευρά Νιέτο πάντως έσπευσε να διαψεύσει.

Ο πόλεμος των καρτέλ 

Σε κάθε περίπτωση ο «Τσάπο» κατάφερνε πάντα να ξεφεύγει, άλλοτε δι’ αέρος (με ελικόπτερο), άλλοτε υπογείως (μέσω τούνελ που είχαν σκαφτεί γι’ αυτόν τον σκοπό) και άλλοτε απλώς περπατώντας, υποστηριζόμενος από έναν ολόκληρο στρατό, αλλά κάποιες φορές και από την αγάπη του κόσμου – στη γενέτειρά του, για παράδειγμα, στην επαρχία Μπαριδαγουάτο, αντιμετωπίζεται ως ευεργέτης, ένας ήρωας που, σε αντίθεση με τους εκάστοτε κυβερνώντες, μοίρασε χρήματα και έσωσε ανθρώπους από τον βούρκο της φτώχειας.

Εν τω μεταξύ, το 2006, με τον Γκουσμάν ελεύθερο και πανίσχυρο, ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ των καρτέλ στο Μεξικό, που οδήγησε στην εμπλοκή του στρατού – οι διαμάχες, που είχαν συχνά μορφή κανονικού πολέμου, προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου αιματοχυσία: μέσα σε μία δεκαετία υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους 200.000 άνθρωποι. Ο Γκουσμάν τελικά συνελήφθη το 2014 (13 χρόνια μετά την απόδρασή του) και οδηγήθηκε στην ομοσπονδιακή φυλακή Αλτιπλάνο. Λόγω του πρότερου ανέντιμου βίου του, το κελί του βιντεοσκοπούνταν επί 24ώρου βάσεως. Θα έλεγε κανείς ότι θα ήταν αδύνατον να αποδράσει και πάλι.

Χρειάστηκαν μερικοί μήνες. Τη μέρα της νέας του απόδρασης οι κάμερες κατέγραψαν το εξής: ο Γκουσμάν διασχίζει το κελί του και κατευθύνεται προς το ντους, το οποίο κρύβεται από ένα χαμηλό τοιχίο. Σκύβει και εξαφανίζεται. Σοκαρισμένοι οι φύλακες, διαπίστωσαν λίγο αργότερα ότι κάτω από το ντους υπήρχε μια τρύπα που οδηγούσε σε ένα τούνελ μήκους 1,6 χλμ., που επί μήνες έσκαβαν μεθοδικά οι άνθρωποι του «Τσάπο» προκειμένου να βγάλουν το αφεντικό τους και πάλι έξω.

 


Η Έμα Κορονέλ, σύζυγος του «Τσάπο», εισέρχεται στο δικαστήριο του Μπρούκλιν εν αναμονή της απόφασης.© AFP PHOTO/ALFREDO ESTRELLA

 

Μιλώντας με τον Σον Πεν

Μία από τις αδυναμίες του Γκουσμάν ήταν η σειρά «La Reina del Sur» και η πρωταγωνίστριά του, Κέιτ ντελ Καστίγιο, η οποία είχε κατά σύμπτωση εκφραστεί με συμπάθεια για τον «Τσάπο» στα κοινωνικά δίκτυα. Κάπως έτσι οι δυο τους ήρθαν σε επαφή μέσω δικηγόρων και συζητήθηκε το ενδεχόμενο της παραγωγής μιας ταινίας για τη ζωή του. Έτσι μπαίνει στην ιστορία ο Σον Πεν, ο οποίος εν τω μεταξύ πληροφορήθηκε για τη σύνδεση του Μεξικανού ναρκεμπόρου με τη συνάδελφό του και τη ρώτησε αν μπορούσε να μεσολαβήσει ώστε να τον συναντήσει και ο ίδιος. Το ραντεβού κανονίστηκε κάπου στις πλαγιές της Σιέρα Μάδρε, όπου οι δύο άντρες γνωρίστηκαν, φωτογραφήθηκαν μαζί και συμφώνησαν να μιλήσουν ξανά για να οργανώσουν μια συνέντευξη.

Με πολύ κόπο, μετά κάποιο καιρό, ο Γκουσμάν απάντησε σε μερικές ερωτήσεις. Μεταξύ αρκετών άλλων, είπε ότι μεγάλωσε στη φτώχεια πουλώντας το ψωμί που ζύμωνε η μητέρα του, ότι στα μέρη του δεν υπήρχαν επαγγελματικές ευκαιρίες, ότι δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών τα τελευταία είκοσι χρόνια, ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του βίαιο, ότι το εμπόριο ναρκωτικών ήταν μέρος της μεξικανικής κουλτούρας ήδη από τις προηγούμενες γενιές και ότι ξέρει πως μια μέρα θα πεθάνει, αλλά ελπίζει ότι αυτό θα συμβεί από φυσικά αίτια.

Πέρα όμως από την ιστορικότητα αυτής της συνέντευξης, το κέρδος ήταν ότι οι αρχές κατάφεραν να εντοπίσουν το σημείο όπου βρισκόταν ο «Τσάπο», μέσω του σήματος των κινητών τηλεφώνων, και επιχείρησαν προς το ακριβές σημείο. Ο Γκουσμάν διέφυγε από το καταφύγιό του αγκαλιά με ένα παιδί, γεγονός που απέτρεψε τους ακολούθους του να ανοίξουν πυρ. Ήταν όμως σαφές ότι ο κλοιός είχε στενέψει. Εντοπίστηκε εκ νέου, λίγο καιρό αργότερα, σε ένα κρησφύγετο στην παραθαλάσσια πόλη Λος Μότσις. Διέφυγε ξανά μέσω ενός τούνελ, έκλεψε ένα αυτοκίνητο, αλλά τελικά συνελήφθη μερικά χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Το χειρότερο όμως για τον Γκουσμάν ήταν ότι οι δικηγόροι του απέτυχαν να εμποδίσουν την έκδοσή του στις ΗΠΑ – ο διαχρονικός φόβος όλων των Λατινοαμερικανών ναρκεμπόρων.

Η ολοκλήρωση της δίκης έφερε στο φως εντυπωσιακές αποκαλύψεις: πώς ήταν η δομή του καρτέλ, πώς διακινούνταν τα ναρκωτικά πέρα από τα σύνορα, πώς ο Γκουσμάν είχε προσλάβει ειδικούς σε θέματα τεχνολογίας για να αποκρύπτει τις κλήσεις του, πώς παρακολουθούσε τις συνομιλίες των συνεργατών του και των γυναικών με τις οποίες κατά καιρούς συνδεόταν ερωτικά, πώς σε κάποιες περιπτώσεις βασάνισε και έπειτα δολοφόνησε μέλη από αντίπαλα καρτέλ, πώς μια φορά έθαψε έναν άνθρωπο ζωντανό, πώς «αυτό που του έδινε ζωή», σύμφωνα με ομολογία στενού συνεργάτη του, ήταν να ναρκώνει και να κακοποιεί σεξουαλικά ανήλικα κορίτσια, μια κατηγορία που αν μη τι άλλο αποδεικνύει ότι ένας άνθρωπος που επιλέγει αυτή τη ζωή δεν μπορεί παρά να είναι ψυχικά διαταραγμένος. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ