ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι ένα λυπηρό αλλά αδιαμφισβήτητο γεγονός πως στις μέρες μας παρατηρούμε τα υψηλότερα επίπεδα μετανάστευσης και βίαιης μετατόπισης πληθυσμών στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ενας αριθμός άνευ προηγούμενου αρκεί, για να χαρακτηρίσει το μέγεθος της παγκόσμιας πρόκλησης: 69 εκατομμύρια άνθρωποι από κάθε γωνιά του πλανήτη έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το σπίτι τους. Μεταξύ τους βρίσκονται και 25 εκατομμύρια πρόσφυγες, εκ των οποίων η πλειονότητα αποτελείται από ανήλικα παιδιά, αλλά και 10 εκατομμύρια άτομα χωρίς εθνικότητα και χωρίς πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη και η ελεύθερη κυκλοφορία.

Ισως η πιο σοκαριστική στατιστική, ωστόσο, έρχεται με τη μορφή του ρυθμού της πληθυσμιακής μετατόπισης, καθώς κάθε δύο δευτερόλεπτα ένα άτομο εκτοπίζεται βιαίως από την οικία του ως αποτέλεσμα κάποιας σύγκρουσης ή δίωξης. Μέχρι να τελειώσει ο αναγνώστης το παρόν κείμενο, τουλάχιστον 150 άνθρωποι θα έχουν εγκαταλείψει το σπίτι τους.

Οι ανησυχητικοί αριθμοί προκύπτουν έπειτα από εντατική έρευνα του Γραφείου του Υπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και είναι εξαιρετικά αποτελεσματικοί στο να διαλευκάνουν το μέγεθος της κρίσης.

Ωστόσο, πίσω από τα 69 εκατομμύρια μεταναστών κρύβονται και εκατομμύρια ξεχωριστές ιστορίες: μερικές σκοτεινές, μερικές απρόσμενα αισιόδοξες, και όλες ανεξαιρέτως τρανές αποδείξεις της επιμονής του ανθρώπινου πνεύματος. Μία από αυτές είναι και το πρόσφατο συμβάν που μονοπώλησε το ενδιαφέρον του πλανήτη και προκάλεσε κύματα θαυμασμού και συγκίνησης.

Πρόκειται για την ιστορία του Μπεχρούζ Μπουκανί, ενός αιτούντος άσυλο που ολοκλήρωσε ένα βιβλίο από το κινητό του τηλέφωνο μέσω μηνυμάτων WhatsApp ενώ βρισκόταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων σε ένα νησί του Ειρηνικού και ο οποίος κατάφερε να κερδίσει ένα από τα πιο περιζήτητα λογοτεχνικά βραβεία της Αυστραλίας.

To προσωπικό γραφείο

Ο Μπουκανί ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο του «Κανένας φίλος πέρα από τα βουνά» ενώ βρισκόταν στο αχανές κατάλυμα προσφύγων της νήσου Μάνους. Η πολιτική της Αυστραλίας, άλλωστε, απαιτεί από τους αιτούντες άσυλο που φθάνουν στις αυστραλιανές ακτές με βάρκες να στεγάζονται εκτός των συνόρων της χώρας, ακόμη και αν διαπιστωθεί η νομιμότητα της αίτησής τους βάσει του διεθνούς δικαίου. Ο Κούρδος δημοσιογράφος και σκηνοθέτης ξεκίνησε στέλνοντας σειρά από μηνύματα με σκέψεις και παρατηρήσεις από το δύσκολο ταξίδι της προσφυγιάς σε έναν συνάδελφό του από το Ιράν, τη χώρα που εγκατέλειψε λόγω του αυξανόμενου κινδύνου που αντιμετώπιζε. «Βλέπετε, το WhatsApp ήταν σαν το προσωπικό μου γραφείο», ανέφερε ο Μπουκανί σε δημοσιογράφους του BBC. «Δεν μπορούσα άλλωστε να γράψω σε χαρτί, καθώς στο Μάνους επιτρέπεται στους φρουρούς του στρατοπέδου να μπουν σε οποιαδήποτε σκηνή και να ψάξουν την ιδιοκτησία του κάθε πρόσφυγα. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να χάσω τα γραπτά μου, οπότε αποφάσισα να τα στέλνω αμέσως μετά την παραγωγή τους», προσθέτει.

Το πρωτότυπο συγγραφικό ταξίδι του Μπουκανί κράτησε συνολικά ενάμιση χρόνο, και στο διάστημα αυτό οι προσωπικές συνθήκες διαμονής του στο νησί δεν άλλαξαν πολύ. Ωστόσο, με την έκδοσή του, το ολοκληρωμένο βιβλίο του κατάφερε να συνταράξει την αυστραλιανή κοινωνία παρά τα εκατοντάδες χιλιόμετρα ωκεανού που τη χωρίζουν από τον συγγραφέα. Το «Κανένας φίλος πέρα από τα βουνά» αγκαλιάστηκε σε τέτοιο βαθμό από το λογοτεχνικό κοινό, που συμπεριλήφθηκε στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική λίστα των υποψηφίων για το βραβείο λογοτεχνίας Victorian Prize.

Οι κριτές το αποκάλεσαν «εντυπωσιακό έργο τέχνης που ξεφεύγει από κάθε πιθανή περιγραφή, με γραφή όμορφη και σπάνια, και με ένα όμορφο δέσιμο κλασικών λογοτεχνικών παραδόσεων και του συγγραφικού πολιτισμού των Κούρδων».

Επειτα από τις διθυραμβικές κριτικές, δεν προκάλεσε εντύπωση όταν το βιβλίο του Μπουκανί απέσπασε το πρώτο βραβείο ύψους 100.000 αυστραλιανών δολαρίων, αλλά και το βραβείο του καλύτερου μη μυθοπλαστικού έργου.

Βράβευση με βιντεοκλήση

Εντύπωση, βέβαια, προκάλεσε το γεγονός πως ο Μπουκανί δεν κατάφερε να παρευρεθεί στην τελετή απονομής των βραβείων, καθώς, ακόμη και σήμερα, η είσοδός του στην Αυστραλία απαγορεύεται διά του νόμου. Παρ’ όλα αυτά, παραμένοντας πιστός στο πνεύμα της συγγραφής του εξαιρετικού του βιβλίου, ο Κούρδος πρόσφυγας κατάφερε να συμμετάσχει στην εκδήλωση μέσω βιντεοκλήσης του WhatsApp. «Από τη μία, είμαι χαρούμενος που η πρόκληση του μεταναστευτικού τραβάει το ενδιαφέρον του κόσμου», ανέφερε ο συγγραφέας. «Αλλά από την άλλη, αισθάνομαι ότι δεν έχω δικαίωμα στον εορτασμό – ενώ πολλοί φίλοι, συγγενείς και συνάδελφοι εξακολουθούν να υποφέρουν», προσέθεσε, για να καταλήξει: «Το βραβείο αυτό αντιπροσωπεύει μια νίκη ενάντια σε ένα σύστημα που μειώνει την ύπαρξή μας σε αριθμούς».

Νέα αρχή με γεύση από πατρίδα


«Το όνειρό μου ήταν να συνδυάσω τις υπέροχες γεύσεις ενός προϊόντος της Ανατολικής Μεσογείου, που μου θυμίζει τη ζωή που άφησα πίσω, με τα αγνά προϊόντα της Αγγλίας, της νέας μου πατρίδας», λέει η Ραζάν Αλσούς.

Η Ραζάν Αλσούς ανήκει στους χιλιάδες πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τη Συρία μετά την καταστροφική λαίλαπα του πολέμου. Το 2012, έπειτα από μια έκρηξη στο γραφείο του συζύγου της, η Αλσούς και η οικογένειά της εγκατέλειψαν το σπίτι και τα υπάρχοντά τους και ύστερα από ένα δύσκολο ταξίδι κατάφεραν να αναζητήσουν άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Δεν είχαμε δεκάρα, ωστόσο ήμασταν τυχεροί που γνωρίζαμε αγγλικά και είχαμε ήδη μερικούς συγγενείς στη χώρα», αναφέρει σε επιστολή της η Αλσούς. «Κυρίως όμως είχαμε επιμονή και αστείρευτη θέληση να ξαναχτίσουμε από το μηδέν τη ζωή που εγκαταλείψαμε πίσω στη Συρία», προσθέτει.

Η επιμονή και η θέληση της Αλσούς πήραν σάρκα και οστά ένα πρωινό όταν η ίδια βρισκόταν στο σούπερ μάρκετ και αναζητούσε προϊόντα που θύμιζαν το φαγητό στην πατρίδα της. «Τα παιδιά μου λατρεύουν το χαλούμι, το δημοφιλές τυρί που προέρχεται κυρίως από την Κύπρο αλλά είναι σύνηθες στη Μέση Ανατολή, όμως δεν μπορούσα να το βρω σε κανένα ράφι του σούπερ μάρκετ», αναφέρει η πρόσφυγας από τη Συρία. Καθώς η περιοχή του Yorkshire, όπου διέμενε, φημίζεται για τη γαλακτοβιομηχανία της, η Αλσούς αποφάσισε πως η λύση για τις οικονομικές τις ανάγκες και τις προτιμήσεις των παιδιών της ήταν η δημιουργία μιας επιχείρησης τοπικής παραγωγής του αγαπημένου τυριού. Ετσι, παρά την έλλειψη εμπειρίας της στην τυροκομία, η φιλόδοξη γυναίκα πήρε ένα γενναιόδωρο κυβερνητικό δάνειο και αφοσιώθηκε στο στήσιμο της προσωπικής επιχείρησής της.

Εξι χρόνια μετά και με πολύ σκληρή δουλειά, η Αλσούς είναι επικεφαλής της Yorkshire Dama Cheese Company, μιας εξαιρετικά επιτυχημένης επιχείρησης που πουλάει χαλούμι τοπικής παραγωγής σε κάθε γωνιά του Ηνωμένου Βασιλείου. Η πρώτη της επιτυχία ήρθε το 2013, όταν το «squeaky cheese», όπως αποκαλεί το προϊόν της χαϊδευτικά, κέρδισε ένα τοπικό βραβείο με χρηματικό έπαθλο που της επέτρεψε να αγοράσει επιπλέον εξοπλισμό και να αυξήσει την κλίμακα παραγωγής. Το 2016 και ενώ το ενδιαφέρον αυξανόταν σημαντικά, η Αλσούς κατάφερε να ανοίξει το δεύτερο εργοστάσιό της, ενώ την επόμενη χρονιά τα εγκαίνια του τρίτου πλέον χώρου παραγωγής έγιναν παρουσία της πριγκίπισσας Αννας, κόρης της βασίλισσας Ελισάβετ.

Εντονος συμβολισμός

Η εξαιρετική επιτυχία της Αλσούς είναι τρανή απόδειξη των θαυμάτων που συμβαίνουν όταν η ανθρώπινη επιμονή συναντά τις κατάλληλες δομές ενσωμάτωσης των προσφύγων. Το ίδιο της το προϊόν κρύβει άλλωστε έναν έντονο συμβολισμό, τον οποίο περιγράφει η ίδια σε επιστολή που δημοσίευσε στον βρετανικό Τύπο: «Το όνειρό μου ήταν να συνδυάσω τις υπέροχες γεύσεις ενός προϊόντος της Ανατολικής Μεσογείου –που μου θυμίζει τη ζωή που άφησα πίσω– με τα αγνά προϊόντα της Αγγλίας, της νέας μου πατρίδας», αναφέρει.

Καινοτόμο μοντέλο ένταξης


Ο τελικός στόχος του προγράμματος Curing the Limbo είναι η βιώσιμη και οργανική ενσωμάτωση των προσφύγων στη ζωή της πόλης, μέσω σεμιναρίων και συμμετοχικών δράσεων.

«Πυξίδα της πρωτοβουλίας μας είναι η εξαρχής συνεργατικότητα μεταξύ των προσφύγων που βρίσκονται στην πρωτεύουσα και στις αθηναϊκές γειτονιές», αναφέρει με φανερό ενθουσιασμό ο Αλέξανδρος Μακρυγιάννης, υπεύθυνος επικοινωνίας της πρωτοβουλίας Curing the Limbo. Πρόκειται για ένα πρωτοποριακό ευρωπαϊκό πρόγραμμα ενσωμάτωσης προσφύγων του Δήμου Αθηναίων, το οποίο βασίζεται στη συνεργατικότητα τεσσάρων διαφορετικών πυλώνων: του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Catholic Relief Services (CRS), του International Rescue Committee (IRC) και της Εταιρείας Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών (ΕΑΤΑ). Στόχος και των τεσσάρων είναι η δημιουργία ενός δυναμικού και καινοτόμου μοντέλου ένταξης, έτσι ώστε οι πρόσφυγες και η πόλη να συνεργάζονται και να συνυπάρχουν αρμονικά.

Ως πρώτο στάδιο της πρωτοβουλίας, το Curing the Limbo σε συνεργασία με το «συνΑθηνά» αποφάσισαν να επικεντρωθούν στην ίδια την πόλη, χαρτογραφώντας τις προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν μια σειρά από γειτονιές του αστικού ιστού της πρωτεύουσας. Τους μήνες που πέρασαν, οι ερευνητές της πρωτοβουλίας χρησιμοποίησαν μεθόδους όπως ερωτηματολόγια, αστικά παιχνίδια και δημοσίους διαλόγους για να καταγράψουν τις ανάγκες της πόλης στις γειτονιές του Κολωνού, της πλατείας Βικτωρίας και του Μεταξουργείου. Και στις τρεις περιπτώσεις, υπήρξαν αξιοσημείωτοι κοινοί παρανομαστές: δεκάδες κενά και εγκαταλελειμμένα κτίρια και ανάγκη οικοδόμησης της τοπικής κοινότητας μέσω καλλιτεχνικών δρώμενων και αθλητικών δραστηριοτήτων.

Με βάση αυτή τη χαρτογράφηση, το Curing the Limbo προχωράει στον σχεδιασμό διαφορετικών μοντέλων ενσωμάτωσης έτσι ώστε να πατούν στις προϋπάρχουσες ανάγκες της Αθήνας και στην οργανική φύση των γειτονιών της. Οι πρόσφυγες που έχουν λάβει άσυλο αλλά δεν έχουν ακόμα ομαλοποιήσει τις συνθήκες της ζωής τους καλούνται να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, παρακολουθώντας ειδικά εκπαιδευτικά σεμινάρια του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου διδάσκονται ελληνικά αλλά και σύγχρονες δεξιότητες για να ενσωματωθούν στην αγορά. Παράλληλα, φορείς της Κοινωνίας των Πολιτών σχεδιάζουν σειρά από συμμετοχικές δράσεις όπου οι πρόσφυγες αλληλεπιδρούν με τους κατοίκους της Αθήνας, αποκτούν εξοικείωση με τις γειτονιές της και καλλιεργούν τις δεξιότητές τους – συμβάλλοντας, την ίδια στιγμή, και στη συνολική βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη.

«Φιλοσοφία μας είναι πως ο πρόσφυγας είναι ο νέος κάτοικος της πόλης, με τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις που επιφέρει αυτό», αναφέρει ο κ. Μακρυγιάννης. «Στόχος μας είναι η ενεργή μετάβαση από τη μετέωρη κατάσταση του limbo – της αδράνειας δηλαδή των προσφύγων λόγω της μακροχρόνιας αναμονής τους στην Αθήνα, αλλά και του αισθήματος αβεβαιότητας της ίδιας της πόλης», προσθέτει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ