ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ισχυρό ενδιαφέρον ξένων για κατασκευαστικές και έργα στην Ελλάδα

ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΑΝΟΓΛΟΥ

Οπως και στην περίπτωση των ίδιων των κατασκευαστικών ομίλων, έτσι και στην περίπτωση των διαγωνισμών, οι υψηλές αποδόσεις που υπόσχονται τα έργα παραχώρησης και οι ΣΔΙΤ, σε συνδυασμό και με τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεδομένων της Ελλάδας, έχουν ενισχύσει τον βαθμό απήχησης της χώρας σε funds που επενδύουν σε υποδομές και συναφείς τομείς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σημαντικές είναι οι «χάρες» των «νυφών» του κατασκευαστικού κλάδου της χώρας, με τις –συχνά– διψήφιες ετήσιες αποδόσεις των έργων παραχώρησης και των συμβάσεων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) να αποτελούν σημαντικό δέλεαρ για τους υποψήφιους «γαμπρούς», δηλαδή τα επενδυτικά funds που έχουν πολλαπλασιάσει τις «θέσεις» που παίρνουν στις εταιρείες κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ολλανδική Reggeborgh Invest, που διαχειρίζεται την προσωπική περιουσία μιας από τις τρεις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, των Βέσελς, με μακρά εμπειρία στον κατασκευαστικό τομέα και μέχρι πρότινος ιδιοκτήτες του ολλανδικού κατασκευαστικού ομίλου VolkerWessels. Το Reggeborgh αποφάσισε πριν από λίγες ημέρες να ενισχύσει τη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, από το 13% που είχαν μέχρι πρότινος, σε περίπου 30% μέχρι το τέλος του έτους, αποκτώντας το μερίδιο που είχε αποκτήσει το 2013 ένα άλλο fund, το York Global Finance.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το σημαντικό χαρτοφυλάκιο έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ που διαθέτει η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, με πιο πρόσφατη προσθήκη το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλλι Ηρακλείου Κρήτης, αποτέλεσε σημαντικό δέλεαρ για το Reggeborgh. Σε σχετική ανακοίνωση επισημάνθηκε ότι «η απόφαση να αυξήσουμε τη συμμετοχή μας ως μακροπρόθεσμοι επενδυτές στο μετοχικό κεφάλαιο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ οφείλεται στην πίστη μας στις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης της εταιρείας με την παρούσα διοίκηση».

Αντίστοιχα, η «Αβαξ», έχοντας απεμπολήσει πλέον τα αρχικά J&P με τα οποία συνέδεσε την πορεία της κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, προετοιμάζεται για την ενεργότερη εμπλοκή της οικογένειας Ιωάννου στην καθημερινή διοίκηση του ομίλου, στην προσπάθεια ανάταξης και επαναφοράς σε αναπτυξιακή τροχιά και ασφαλώς κερδοφορία.

Σε πρώτη φάση, η «Αβαξ» θα προχωρήσει σε αύξηση κεφαλαίου μέχρι του ποσού των 20 εκατ. ευρώ, μέσω της οποίας το ποσοστό της οικογένειας Ιωάννου θα αυξηθεί από το 3% που είναι σήμερα σε σχεδόν 30%, με αποτέλεσμα να αποτελεί τον μεγαλύτερο μέτοχό της. Αντίστοιχα, αυξημένα σε πάνω από 7% και περίπου 17% θα είναι και τα ποσοστά των κ. Κουβαρά και Μιτζάλη αντίστοιχα.

Στον αντίποδα, το ποσοστό της J&P Investments, που ήταν το «όχημα» της πτωχευμένης μητρικής J&P Overseas, θα υποχωρήσει σε περίπου 23-24%. Στο μέλλον, το σχετικό ποσοστό είναι πιθανό να πωληθεί στους υφιστάμενους μετόχους της εταιρείας, ή σε άλλους ενδιαφερόμενους θεσμικούς επενδυτές, δεδομένου ότι βρίσκεται στο χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων της J&P Overseas, που καλείται να ρευστοποιήσει ο ειδικός διαχειριστής (Alvarez Marsal) που έχει τοποθετηθεί για τον σκοπό αυτό από το αρμόδιο δικαστήριο. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, κάποιο ακόμα fund να επιλέξει να τοποθετηθεί στην απαλλαγμένη από «βαρίδια» «Aβαξ», προσφέροντας ίσως και την απαιτούμενη «ένεση» ρευστότητας που χρειάζεται η εταιρεία για να διεκδικήσει με ακόμα μεγαλύτερη ένταση νέα έργα. Σύμφωνα με τη διοίκηση της «Αβαξ», πλέον η στρατηγική της εισηγμένης θα εστιάσει σε έργα παραχώρησης, ΣΔΙΤ και στην ενέργεια, όπου τον περασμένο Οκτώβριο η εταιρεία ξεκίνησε τη δραστηριοποίησή της και στη λιανική αγορά φυσικού αερίου, πέραν εκείνης της ηλεκτρικής ενέργειας, όπου μέσω της Volterra εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του έτους θα έχει εξασφαλίσει 40.000 πελάτες. Σήμερα, το μερίδιο αγοράς της εταιρείας ανέρχεται στο 1,5% της συνολικής ετήσιας κατανάλωσης ρεύματος στη λιανική αγορά.

Οσον αφορά τις κατασκευές, μετά και την υπογραφή της νέας σύμβασης ύψους 500 εκατ. ευρώ για την κατασκευή θερέτρου με καζίνο στη Λεμεσό, σε κοινοπρακτικό σχήμα με την ΤΕΡΝΑ, το ανεκτέλεστο υπόλοιπο της Αβαξ ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ, με την εταιρεία να αναμένει την υπογραφή πρόσθετων συμβάσεων της τάξεως των 200 εκατ. ευρώ. Για το 2019, η διοίκηση εκτιμά ότι είναι εφικτή η επίτευξη τζίρου ύψους 400 εκατ. ευρώ από τη δραστηριότητα στις κατασκευές.

Οι διαγωνισμοί

Eκτός, όμως, από τις ίδιες τις εταιρείες και οι ίδιοι οι διαγωνισμοί για έργα παραχώρησης και ΣΔΙΤ έχουν αρχίσει να προσελκύουν όλο και περισσότερα επενδυτικά funds. Ονόματα, όπως Macquarie European Infrastructure Fund 5 L.P., Aberdeen European Infrastructure Partners, Amber Capital και Marguerite να συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων, που είτε έχουν διερευνήσει το ενδεχόμενο εμπλοκής τους είτε συμμετέχουν ήδη σε σχήματα με εγχώριες κατασκευαστικές εταιρείες για τη διεκδίκηση συμβάσεων αξίας αρκετών εκατοντάδων εκατ. ευρώ. Οπως και στην περίπτωση των ίδιων των κατασκευαστικών ομίλων, έτσι και στην περίπτωση των διαγωνισμών, οι υψηλές αποδόσεις που υπόσχονται τα έργα παραχώρησης και οι ΣΔΙΤ, σε συνδυασμό και με τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεδομένων της Ελλάδας, έχουν ενισχύσει τον βαθμό απήχησης της χώρας σε funds που επενδύουν σε υποδομές και συναφείς τομείς.

Αλλωστε, έχει πλέον καταστεί σαφές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, ότι θα πρέπει να αναζητηθούν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης για την υλοποίηση έργων υποδομών, πέραν των παραδοσιακών πηγών, δηλαδή των τραπεζικών κεφαλαίων και των κοινοτικών κονδυλίων. Με δεδομένο ότι οι τράπεζες αποεπενδύουν από διάφορους τομείς, σε μια γενικότερη προσπάθεια βελτίωσης των ισολογισμών τους και ότι τα κοινοτικά κονδύλια θα αφορούν όλο και λιγότερο τα έργα υποδομής, αρκετοί βλέπουν στα επενδυτικά κεφάλαια μια πιθανή πηγή χρηματοδότησης.

Από την άλλη πλευρά, όσο μεγαλύτερος είναι ο ανταγωνισμός (άρα και οι εκπτώσεις που θα πρέπει να δοθούν), αλλά και οι αβεβαιότητες γύρω από κάθε διαγωνισμό, τόσο πιο πιθανή είναι η αποθάρρυνση των funds. Για παράδειγμα, στον πολύπαθο διαγωνισμό για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης της Εγνατίας Οδού, η «Αβαξ» συζητούσε με την Amber Capital για να καταθέσουν κοινή πρόταση, αλλά η διοίκηση της τελευταίας αποφάσισε τελικά την απόσυρση του ενδιαφέροντός της, τόσο λόγω υψηλού ανταγωνισμού όσο και λόγω των πολλών αστάθμητων παραγόντων που συνοδεύουν το συγκεκριμένο διαγωνισμό του ΤΑΙΠΕΔ. Εντέλει η «Αβαξ» συμμετείχε σε κοινοπρακτικό σχήμα με το fund Aberdeen European Infrastructure Partners, χωρίς όμως να προκριθεί στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού. Στον ίδιο διαγωνισμό, όμως, έχουν προκριθεί και θα κληθούν να υποβάλουν δεσμευτική προσφορά το Macquarie European Infrastructure Fund 5 L.P. Αντίστοιχα, στη ΣΔΙΤ για τον ΒΟΑΚ (Βόρειος Οδικός Αξονας Κρήτης), που αφορά το τμήμα Χερσόνησος-Νεάπολη, η «Αβαξ» συμμετέχει με το fund Marguerite.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ