ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Επιχειρηματικά deals 11 δισ. ευρώ στη διετία

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το επενδυτικό ενδιαφέρον των ξένων ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων για την Ελλάδα παραμένει ισχυρό, αλλά επικεντρώνεται κυρίως σε στόχους που έχουν πάγιο ενεργητικό, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως επαρκής εξασφάλιση του συναφούς ρίσκου. Δηλαδή, ξενοδοχειακά ακίνητα, νοσοκομεία, ναυτιλιακές, παραγωγή και διανομή ενέργειας και δευτερευόντως βιομηχανικές και μεταποιητικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, οι περισσότερες από τις επενδύσεις, είτε αυτές είναι επενδυτικών κεφαλαίων είτε επιχειρηματικές, αποτελούν απότοκο προσπαθειών πολλών ετών που ωριμάζουν τώρα. Παραμένουν αισθητά χαμηλότερες ως ποσοστό του ΑΕΠ από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, αποκαλύπτοντας το έλλειμμα εμπιστοσύνης που ακόμη υπάρχει για την Ελλάδα, εξαιτίας γραφειοκρατίας καθώς και άλλων χρόνιων προβλημάτων, όπως η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης. Ειδικότερα η συρρίκνωση των επενδύσεων συγκριτικά με το επίπεδό τους πριν από την κρίση υπονομεύει τον στόχο της σταδιακής σύγκλισης προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με αποτέλεσμα να απαιτείται τεράστια προσπάθεια, καθώς η χώρα κατατάσσεται τελευταία, με βάση το σύνολο της ακαθάριστης επενδυτικής δαπάνης ως ποσοστό στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (11% το 2018 στην Ελλάδα, έναντι μέσου όρου 21% στην Ε.Ε.-28), υπογραμμίζει η Alpha Bank.

Από τις 100 μεγαλύτερες επενδύσεις της προηγούμενης διετίας, οι 10 αφορούν τις βιομηχανίες, οι 13 την ενέργεια, από 4 το λιανεμπόριο και τη ναυτιλία, 13 τις επιχειρήσεις τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών, 5 την υγεία και 5 τις υποδομές, 2 τις φαρμακευτικές και 12 τον χρηματοοικονομικό τομέα. Αν και πολλές από τις παραπάνω επενδύσεις προκύπτουν από τις αποεπενδύσεις τραπεζών από μη τραπεζικές δραστηριότητες, γεγονός παραμένει ότι το 2018 η συνολική επενδυτική δραστηριότητα που ξεκίνησε το 2017 συνεχίστηκε, αλλά δεν επιταχύνθηκε.

Τα συνολικά κεφάλαια που προσέλκυσαν οι ελληνικές επιχειρήσεις το 2018 άγγιξαν τα 5,5 δισ. ευρώ, όσα και το 2017. Εξ αυτών, τα 635 εκατ. το 2018 και 1,9 δισ. το 2017 αφορούν την κάλυψη επιχειρηματικών ομολογιακών εκδόσεων. Αλλο 1 δισ. και 1,7 δισ. αντίστοιχα προήλθαν από ιδιωτικοποιήσεις, ενώ σημειώθηκαν και αρκετές αυξήσεις κεφαλαίου.

Αυτά προκύπτουν από την επεξεργασία των συναλλαγών της διετίας που πραγματοποίησε η PwC. Ετσι, οι γνήσιες εξαγορές είναι λιγότερες από το μισό των 11 δισ. που αθροίζουν όλες οι συναλλαγές της διετίας και εκείνες που έγιναν από Private Equity Funds ακόμα λιγότερες.

Αναιμική ανάκαμψη

«Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο αναιμικής ανάκαμψης, με ετήσια αύξηση του ΑΕΠ γύρω στο 2%, αλλά με χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα», εξηγεί στην «K» o Κυριάκος Ανδρέου, partner, advisory leader της PwC Ελλάδας. «Οι επενδύσεις τα τελευταία χρόνια είναι μικρές και λίγες», συμπληρώνει προσθέτοντας πως «αν και η μέση αξία συναλλαγών το 2018 ήταν η υψηλότερη των τελευταίων 5 ετών (75 εκατ.), παραμένει σε χαμηλά επίπεδα δεδομένου ότι στην Ευρώπη η μέση αξία είναι περίπου στα 300 εκατ. ευρώ». Οι αποεπενδύσεις των συστημικών τραπεζών ήταν η κινητήριος δύναμη των εξαγορών και συγχωνεύσεων έως το 2017, με την Alpha Bank και τη Eurobank να έχουν ολοκληρώσει το πρόγραμμα αποεπενδύσεων, ενώ οι λοιπές συστημικές είναι στη φάση ολοκλήρωσής του. «Το τελευταίο έτος παρατηρήθηκε μια αυξημένη δραστηριότητα σε συναλλαγές εξαγορών και συγχωνεύσεων (51 συναλλαγές συνολικής αξίας 3,8 δισ.), σχεδόν διπλάσια από το 2017, και αυτό δεν οφείλεται στις αποεπενδύσεις των τραπεζών, αλλά στις “τακτικές” συναλλαγές μεγαλύτερου μεγέθους για τα ελληνικά δεδομένα», επισημαίνει ο advisory leader της PwC. Το 2018 υπήρξε μεταστροφή από μικρές συναλλαγές (<10 εκατ.) σε συναλλαγές μεσαίας κεφαλαιοποίησης (50 εκατ. - 100 εκατ.). «Κανένας κλάδος δεν φαίνεται να αναδύεται σαν κυρίαρχη δύναμη, παρότι η ναυτιλία (22%) και η ενέργεια (14%) κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο στην πίτα του 2018», αναφέρει.

Οι τράπεζες

Η αποεπένδυση των συστημικών τραπεζών συνεχίζεται και το 2019 και βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής εγχώριων και ξένων ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων. Η εξαγορά της Επενδυτικής Τράπεζας της Ελλάδος από τον όμιλο Βαρδινογιάννη, νωρίτερα φέτος, είναι ένα παράδειγμα. Παράλληλα, εξαγορές όπως του ομίλου Alpha Media από τις θυγατρικές του ομίλου Motor Oil, της Phunware από τη Stellar Acquisition, της Stoiximan από τον ΟΠΑΠ και της Telekom Albania από την Bulgaria Telecom, που αναμένεται να ολοκληρωθούν μέσα στο έτος για μια εκτιμώμενη συνολική αξία περίπου 420 εκατ., αποκαλύπτουν το ενδιαφέρον για τον κλάδο των μίντια, των τηλεπικοινωνιών και της τεχνολογίας. Ζωηρή παραμένει το 2019 και η δραστηριότητα στον ναυτιλιακό κλάδο, καθώς ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες η συγχώνευση της Capital Product Tankers με την DSS Holdings σε μια συναλλαγή αξίας 1,5 δισ.

Αρνητικές οι καθαρές επενδύσεις επί οκτώ χρόνια

Οι επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν καταρρεύσει την τελευταία δεκαετία. Από 60 δισ. το 2007 (26% του ΑΕΠ), έπεσαν σε 20,5 δισ. το 2018 (11,1% του ΑΕΠ), ενώ οι καθαρές επενδύσεις (μετά την αφαίρεση των αποσβέσεων) είναι αρνητικές από το 2011 και μετά, σύμφωνα πάντα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.

Παράλληλα, μπορεί οι ξένες άμεσες επενδύσεις να αυξάνονται από το 2015 και μετά, όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη (1,9% στην Ελλάδα, έναντι 3,5% περίπου στην Ε.Ε.).

Σύμφωνα με τους οικονομολόγους, απαιτείται αύξηση των επενδύσεων κατά 15% ετησίως, ώστε σε ορίζοντα πενταετίας να κλείσει αυτό το επενδυτικό κενό.

Το 2018 το ΑΕΠ αυξήθηκε με ρυθμό 1,9%, αλλά θα είχε αυξηθεί με 3,4% εάν οι επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο δεν ήταν αρνητικές, αφαιρώντας μιάμιση ποσοστιαία μονάδα από την ανάπτυξη, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ και την ΤτΕ. Μάλιστα η Alpha Bank πριν από λίγες ημέρες επισήμανε πως η μακροχρόνια διατήρηση της επενδυτικής δαπάνης στα έτη της οικονομικής ύφεσης σε επίπεδο χαμηλότερο από το ύψος των αποσβέσεων εξασθένησε το απόθεμα του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας, τόσο σε όρους αξίας όσο και μη ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογικών καινοτομιών.

Η τράπεζα εκτιμά πως για την επαναφορά του καθαρού αποθέματος φυσικού κεφαλαίου στο επίπεδο του 2010, οι απαιτούμενες επενδύσεις εκτιμάται πως φθάνουν τα 77 δισ. σε σταθερές τιμές 2010.

Στα 5,8 τρισ. δολ. εκτοξεύθηκε το ενεργητικό των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων

H παγκόσμια αγορά των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (Private Equities) συνεχίζει να γιγαντώνεται, καθώς τα συνολικά κεφάλαια υπό διαχείριση αυτών των σχημάτων έφτασαν στα τέλη του 2018 τα 5,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, επίπεδο που αποτελεί νέο υψηλό όλων των εποχών. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα στον διεθνή επενδυτικό χάρτη και σηματοδοτεί την ωρίμανση του κλάδου, αφού ολοένα και περισσότεροι επενδυτές, ιδιώτες και θεσμικοί, εμπιστεύονται αυτή την κατηγορία αξιοποίησης των διαθεσίμων τους.

Η στροφή στα Private Equities είναι ακόμα εντονότερη στην Ευρώπη, καθώς εκτιμάται πως οι επενδυτικές ανάγκες της Γηραιάς Ηπείρου σε τομείς όπως οι υποδομές αλλά και η ενέργεια και η τεχνολογία θα δημιουργήσουν μεγάλες ευκαιρίες. Αυτά προκύπτουν από την ετήσια έρευνα της McKinsey «Global Private Markets Review 2019».

Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, ή Private Equities, είναι μια κατηγορία ενεργητικού, η οποία αποτελείται από μετοχικές κινητές αξίες μιας εταιρείας που δεν είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Οι πρώτες ενδείξεις από τη φετινή χρονιά ήδη παραπέμπουν σε ισχυρή δυνητική ανάπτυξη των κεφαλαίων υπό διαχείριση το 2019.

Οι υψηλές αποδόσεις των περισσότερο επιτυχημένων ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων είναι πράγματι ιδιαίτερα ελκυστικές. Το ένα τέταρτο των πιο επιτυχημένων Private Equities παρουσιάζει μέση ετήσια απόδοση κατά την τελευταία πενταετία από 22% έως 50% ενώ το δεύτερο τέταρτο από 10% έως 22% ετησίως, σύμφωνα με στοιχεία των Morningstar και Burgiss που επεξεργάστηκε η McKinsey.

Η καθαρή αξία ενεργητικού των Private Equities έχει αυξηθεί περισσότερο από επτά φορές από το 2002, δύο φορές πιο γρήγορα από τις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αξίες. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις που έχουν δεχθεί επενδύσεις από Private Equities αριθμούσαν περίπου 4.000 το 2006. Μέχρι το 2017, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε περίπου 8.000 – άνοδος της τάξης του 106%. Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, οι αμερικανικές εταιρείες που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο μειώθηκαν κατά 16%, από 5.100 σε 4.300 (και κατά 46% από το 1996), σημειώνει η McKinsey.

Ακόμη και μερικοί μεγάλοι επενδυτές που είχαν παραμείνει στο παρελθόν μακριά από τα Private Equities τοποθετούνται τώρα σε αυτά, θεωρώντας τα απαραίτητα για να αποκτήσουν διαφοροποιημένη έκθεση στην παγκόσμια ανάπτυξη. Είναι αλήθεια ότι η προσέλκυση νέων κεφαλαίων το 2018 επιβραδύνθηκε κατά 11%. Ωστόσο, εισέρρευσαν νέα κεφάλαια, ύψους 778 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ισως το πιο σημαντικό στοιχείο της έρευνας της McKinsey είναι πως τα ρευστά διαθέσιμα προς επένδυση των Private Equities διεθνώς υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 2,1 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Αν και τα κεφάλαια που τοποθετούνταν στα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια αρχικά προέρχονταν μόνο από ιδιώτες επενδυτές ή επιχειρήσεις, εξελίχθηκαν σε στοιχείο του ενεργητικού, στο οποίο άρχισαν να επενδύουν και θεσμικοί επενδυτές με την προσδοκία επίτευξης αποδόσεων που υπερέχουν έναντι των αποδόσεων που επιτυγχάνονταν στις δημόσιες αγορές. Τη δεκαετία του ’80 οι ασφαλιστικές αποτελούσαν τον μεγαλύτερο όγκο επενδυτών σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια. Αργότερα, δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία, πανεπιστημιακά ταμεία και ταμεία επιχορήγησης δωρεών αποτέλεσαν σημαντικές πηγές κεφαλαίου. Σταθερή επιλογή, πάντως, αποτελεί ο κλάδος για τα φυσικά πρόσωπα υψηλής καθαρής αξίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ