Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Δημήτρης Παπαγγελόπουλος: Η πρώτη γέφυρα

Oλα τον θυμίζουν. Oλοι τον μνημονεύουν για εκείνον τον αλησμόνητο χρησμό του, τον Φεβρουάριο του 2018, στο κατώφλι του Μαξίμου – «Eίναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους». Τώρα που το μεγάλο του έργο –για να μην πει κανείς εργόχειρο– αρχίζει τμηματικά να βγαίνει από τον φούρνο, εκείνος είναι άφαντος. Πού είναι ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος; Ποιος γλωσσοδέτης ταλαιπωρεί την άλλοτε φαρμακερή εισαγγελική του γλώσσα;

Μπορεί κανείς να φανταστεί μια σειρά από λόγους που επιβάλλουν την απόσυρση του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης από το προσκήνιο. Ο νέος υπουργός, Μιχάλης Καλογήρου, που επωμίστηκε σε αυτή τη φάση την πολιτική υπεράσπιση της διωκτικής καμπάνιας, ταιριάζει περισσότερο στις προεκλογικές προδιαγραφές της κυβέρνησης.

Επανεμφανιζόμενος, ο αναπληρωτής του Καλογήρου θα θύμιζε ίσως ότι η πρώτη γέφυρα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν με εκείνο τον κλάδο της Δεξιάς που προερχόταν από το βαθύ κράτος και υποσχόταν να εξασφαλίσει προσβάσεις σε αυτό. Ο Τσίπρας της υψωμένης γροθιάς και του γαλατσιώτικου «Bella Ciao» δεν θα ήταν και πολύ πειστικός, αν ταυτόχρονα στην πρώτη γραμμή της κυβέρνησής του προέβαλλε η μορφή του Παπαγγελόπουλου.

Αυτά σε επίπεδο προεκλογικής βιτρίνας και επιφανειακών συμβολισμών. Γιατί στην ουσία η κυβέρνηση, ακόμη κι αν ήθελε, δεν μπορεί να βγει από τις ράγες στις οποίες την έβαλαν οι μέθοδοι Παπαγγελόπουλου. Οι μέθοδοι αυτές, και όχι τα προεκλογικά διαφημιστικά μερεμέτια, καθορίζουν την ταυτότητά της.

Τι απέφερε στον ΣΥΡΙΖΑ η παπαγγελοπουλική ατζέντα; Με τους όρους που έχει θέσει το ίδιο το κόμμα, όχι και πολλά.

Ο πολακικός στόχος της εκλογικής κερδοσκοπίας με φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων δεν εκπληρώνεται. Η πολυπόθητη απώθηση του «παλαιού καθεστώτος» στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας δεν επιβεβαιώνεται. Αν πιστέψει κανείς τις δημοσκοπήσεις, ακόμη και ο πιο συκοφαντημένος χώρος, του Κινήματος Αλλαγής, φαίνεται να επανασυσπειρώνει ένα μέρος του παλιού του ακροατηρίου.

Το τι απέφερε στη χώρα και στους θεσμούς η καμπάνια Παπαγγελόπουλου μπορεί να κριθεί ίσως καλύτερα αφότου θα έχει κλείσει ο κύκλος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αυτό –το «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ»– είναι το άλλο στοιχείο της ταυτότητάς του που ο ΣΥΡΙΖΑ επείγεται προεκλογικά να απαλείψει. Επί μία τετραετία, τη χώρα κυβέρνησε ένας σχηματισμός εξουσίας που δεν θα είχε συγκροτηθεί αν δεν υπήρχε στον πυρήνα του ο αντισυστημισμός – η αντιπολιτική της σκανδαλοθηρίας. Αυτή η υπόμνηση βοηθάει να βάλει κανείς τα πράγματα στη σωστή σειρά. Τις μεθόδους δεν τις έφερε ένας βετεράνος εισαγγελέας της Δεξιάς. Τις προϋπέθετε η δογματική μήτρα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Θανάσης Θεοχαρόπουλος: Η σημασία του μουσαμά

Πολλοί το ρίχνουν στην μπακαλική. Πόσο πήρε, λένε, η ΔΗΜΑΡ την τελευταία φορά που τόλμησε να τυπώσει το σήμα της μόνο του σε ψηφοδέλτιο – τον μακρινό Ιανουάριο του 2015; Πήρε, μαζί με τους Οικολόγους, 0,48%. Πόσο πήρε στις ευρωεκλογές του 2014 το Σοσιαλιστικό Κόμμα του αειθαλούς Στέφανου Τζουμάκα; 0,19%.

Αρα, αθροίζοντας τη ΔΗΜΑΡ και τον Τζουμάκα στις δυνάμεις του, ο Τσίπρας δεν παίρνει τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από 0,67%.

Ο υπολογισμός είναι, βέβαια, αυθαίρετος. Οχι μόνο γιατί έχουν περάσει τριάμισι χρόνια από τότε που μετρήθηκε για τελευταία φορά η –πραγματική– απήχηση των κομμάτων. Αλλά και γιατί οι όψιμες απόπειρες του Τσίπρα να δείξει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παλιού κλισέ: Στην πολιτική δεν υπάρχει πρόσθεση και αφαίρεση. Υπάρχει μόνο πολλαπλασιασμός ή διαίρεση.

Προτού ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος πάρει το «ΔΗΜΑΡ» και το προσαρτήσει στον ΣΥΡΙΖΑ, το είχε διαιρέσει στα τρία.

Ενα τεμάχιο ήταν αυτοί που έμειναν στο Κίνημα Αλλαγής.

Δεύτερο τεμάχιο αυτοί που ακολούθησαν τον Θεοχαρόπουλο στον ΣΥΡΙΖΑ.

Τρίτο τεμάχιο όσοι φαντάστηκαν ότι, μένοντας στη ΔΗΜΑΡ, δεν θα καταλήξουν στον ΣΥΡΙΖΑ.

Και ωστόσο, αυτή η τριχοτόμηση της τρίχας προσμετρήθηκε από το κυβερνών κόμμα ως κέρδος – και όχι εντελώς άδικα. Μαζί με το υπόλοιπο μπουκέτο μεταγραφών, έδωσε στον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να προσθέσει ένα νέο λογότυπο στο δικό του, ταλαιπωρημένο όνομα.

Το ερώτημα είναι τι προσλαμβάνουν –αν προσλαμβάνουν– από αυτή την αλλαγή φόντου οι ψηφοφόροι; Τι περνάει προς τα κάτω; Οτι ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε στον ανταγωνιστή της Μαρίας Γιαννακάκη για την πολιτικά χρεοκοπημένη κληρονομιά του Κουβέλη την προοδευτική κολυμβήθρα που τον καταξιώνει ως αντιδεξιό πόλο; Ή μήπως ότι, για πρώτη φορά στην καριέρα του, ο Τσίπρας είναι σε τέτοια ένδεια, ώστε να δίνει στους επιγόνους του Κουβέλη ό,τι επί τρία χρόνια αρνούνταν στον ίδιο ιδρυτή της ΔΗΜΑΡ;

Πολλοί χλεύασαν τον Θεοχαρόπουλο για τον ίλιγγο των μεταμορφώσεών του, χωρίς να εκτιμήσουν τη μαγειρική του μηδενός που αποφέρει πάντα ένα διορισμό του στη Βουλή. Αν αξίζει, όμως, κάποιος να συζητάει τον πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ δεν είναι για την κατσαριδική δεινότητα που έχει επιδείξει στην επιβίωση. Είναι γιατί εξ αντιδιαστολής καταδεικνύει την προεκλογική στάθμη του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Τσίπρας έχει ανάγκη τους Θεοχαρόπουλους και τους παράγοντες που ανέσκαψε από το αρχαιοπασοκικό περιθώριο. Τους έχει ανάγκη σαν κοκκινοπράσινο μουσαμά, γιατί δεν μπορεί να πάει στις κάλπες χωρίς καμουφλάζ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ