Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Στέλιος Κυμπουρόπουλος: Η άλλη φωνή

Ο ένας τρόπος είναι να δει κανείς τον Στέλιο Κυμπουρόπουλο σαν «asset». Η υποψηφιότητα του 33χρονου ψυχίατρου, που αρίστευσε παρά τη βαριά αναπηρία του, αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο για τη Νέα Δημοκρατία, πράγμα που λέγεται ότι πιστοποιείται και από αδημοσίευτες δημοσκοπήσεις.

Τι άλλο θέλει ένα συστημικό κόμμα που έχει να αντιμετωπίσει πολλή συσσωρευμένη καχυποψία; Τι άλλο από νέα πρόσωπα – από ανθρώπους αδοκίμαστους, που δεν φέρουν τον γλωσσικό και αισθητικό τύπο των κομματικών φυτωρίων; Πόσο μάλλον αν, εκτός από αδοκίμαστοι, οι νέοι είναι και χαρισματικοί – ήρωες που αναγνωρίζονται οικουμενικά, πέρα από κομματικές ταυτότητες.

Η πλειοψηφία την οποία έχει βάλει στόχο η Ν.Δ. δεν επιτυγχάνεται με μόνο καύσιμο την αντισύριζα οργή ή τη λογική τού «μη χείρον». Το ότι πολλοί έχουν απογοητευτεί με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν καθιστά αυτομάτως γοητευτική τη Ν.Δ. Οι μεγάλες πλειοψηφίες υποτίθεται ότι δημιουργούνται όταν οι εκλογείς μπορούν να ταυτιστούν με αυτό που ψηφίζουν. Αυτό τον ψυχικό φράκτη επιχειρεί να περάσει ο Μητσοτάκης, όταν δοκιμάζει να προσεταιρισθεί πρόσωπα από τον χώρο της τέχνης ή όταν προσελκύει πόλους κοινωνικής ευαισθησίας, όπως ο Κυμπουρόπουλος.

Ετσι δεν είναι; Λογικά δεν ακούγονται όλα αυτά; Δεν είναι ο ανάπηρος γιατρός με το μειλίχιο χαμόγελο ένα όπλο καλοήθους, εναλλακτικής ψηφοθηρίας;

Κι όμως. Από αυτή την περιγραφή μοιάζει να διαφεύγει η ιδιαιτερότητα της πολιτικής απήχησης του Κυμπουρόπουλου, που δεν εξαντλείται σε έναν συνδικαλισμό υπέρ των αδυνάμων. Διαφεύγει το στοιχείο που κάνει το ακροατήριό του να τον ακούει κάθε φορά με ευλαβική σιγή και να τον χειροκροτεί στο τέλος όρθιο.

O Κυμπουρόπουλος δεν ξεχωρίζει επειδή είναι «θεματικός» υποψήφιος – επειδή εκπροσωπεί μια ευάλωτη κοινωνική μειοψηφία. Ξεχωρίζει επειδή μιλάει πολιτικά χωρίς να διαθέτει κανένα από τα εργαλεία του επαγγέλματος – κανένα μέσο εντυπωσιασμού, κανένα κόλπο αποπλάνησης. Εχει μόνο τη φωνή του.

Μόνο με αυτή την αργή, αβέβαιη φωνή «κάνει πολιτική». Ακούγοντάς τον, συνειδητοποιεί κανείς ότι η «κανονική» ρητορική –αυτό που πια λέμε «επικοινωνία»– είναι μια ηχηρή παντομίμα: μια χορογραφία κοινοτοπίας που δεν έχει καν το προνόμιο της σιωπής. Ο λόγος του Κυμπουρόπουλου –όταν αυτοβιογραφείται, όταν μιλάει για την Ευρώπη ή για την άσκηση της ιατρικής σε δημόσιο νοσοκομείο, ή όταν, απλώς, κάνει πλάκα– είναι ακριβώς το αντίθετο: επικοινωνία που δεν είναι «επικοινωνιακή» – που δεν υπακούει στις συμβάσεις της εκλογικής αγοράς.

Ο ένας τρόπος είναι να δει κανείς την υποψηφιότητα αυτή σαν εκλογικό μάρκετινγκ. Ο άλλος είναι να ακούσει τον ίδιο τον Κυμπουρόπουλο.

Ζαν-Μαρκ Φουρνιέ: Το σπίρτο της Ευρώπης

Η καταστροφή της Νοτρ Νταμ δεν ήταν η πρώτη για τον Ζαν-Μαρκ Φουρνιέ. Ο 53χρονος ιερέας της παρισινής Πυροσβεστικής είχε βρεθεί και στον τόπο μιας άλλης αιματηρής σκηνής. Είχε δει τα πτώματα των σκιτσογράφων του Charlie Hebdo. Από το βράδυ της φωτιάς στον καθεδρικό δεν θυμάται –είπε στους New York Times– την πυρά ή τον καπνό. Θυμάται τη μυρωδιά του βρεγμένου ξύλου και της στάχτης.

Η εικόνα του οβελού της Νοτρ Νταμ να τσακίζεται σαν καψαλισμένο σπίρτο ήταν σίγουρο ότι θα έδινε τροφή στις αποκαλυπτικές προφητείες για την παρακμή της Ευρώπης. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι ούτως ή άλλως αντικείμενο δύο αντίπαλων εσχατολογιών. Από τα δεξιά, την Ευρώπη την κλαίνε όσοι φοβούνται την πολυπολιτισμική της διάβρωση – την ανάμειξη των εθνών της, την επιμειξία της με το Ισλάμ και την εκθήλυνσή της από την πολιτική ορθότητα. Από τα αριστερά, η συντέλεια αποδίδεται στον νεοφιλελευθερισμό, την καταστροφή του περιβάλλοντος και τη λαιμαργία των ελίτ.

Κι ωστόσο, το φλεγόμενο σύμβολο ενέπνευσε μια ευρωπαϊκή –υπερταξική και υπερεθνική–ομοψυχία, που ήταν αδιανόητη πριν από τη φωτιά. Ηταν αδιανόητη πρωτίστως για την ίδια τη Γαλλία, όπου μαίνονται ακόμη οι εστίες της κοινωνικής αναταραχής.

Τι ήταν τελικώς το ατύχημα της Νοτρ Νταμ; Ενας οιωνός της πτώσης; Ή μήπως το έναυσμα για την αφύπνιση μιας τραυματισμένης συλλογικότητας –όπως την περιέγραψε ο ρομαντισμός του Μακρόν;

Η δύναμη, πάντως, της εικόνας του καταρρέοντος μνημείου οφείλεται στο κοινό βιωματικό απόθεμα των Ευρωπαίων. Οι γκρεμισμένοι καθεδρικοί και οι βομβαρδισμένες πόλεις είναι το έδαφος πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η ιστορία της Ενωσης είναι μια ιστορία ανοικοδόμησης – και αναστήλωσης των υλικών και άυλων αξιών που είχε σαρώσει ο πόλεμος. Η Ευρώπη δεν είναι ο τόπος του τέλους της Ιστορίας. Κλονίζεται και γκρεμίζεται. Είναι όμως και ο τόπος που έχει μάθει να μαζεύει τα ερείπιά του και να ξαναχτίζεται.

Αυτή η ανάγνωση ακούγεται πολύ ρόδινη – πολύ μακρονική. Αλλά δεν έχουμε καλύτερη.

Το βράδυ της Δευτέρας ο πατήρ Φουρνιέ βρέθηκε για μια στιγμή μόνος μέσα στον χαμό. Κι έκανε μια δέηση. Σκέφθηκε, είπε, «ότι ο Χριστός θα μπορούσε να βάλει ένα χεράκι και να βοηθήσει. Τον κάλεσα να νοιαστεί για το ίδιο του το σπίτι, αν δεν ήθελε να τον βρει η νύχτα να κοιμάται σε κανένα αντίσκηνο στο κανάλι του Σεν Μαρτέν».

Να ένας συνοπτικός ορισμός του Ευρωπαίου ανθρώπου: Μέσα στο γοτθικό μεγαλούργημα, που χτίστηκε για να του θυμίζει τη μηδαμινότητά του, ο Ευρωπαίος κατσαδιάζει τον Θεό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ