ΘΕΑΤΡΟ

Eσείς πού ανήκετε;

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Οι φυλές», το βραβευμένο κείμενο της Βρετανίδας Νίνα Ρέιν, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, συνεχίζεται για ακόμη λίγες παραστάσεις στο θέατρο «Σταθμός».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο θέατρο «Σταθμός», για λίγες ακόμη παραστάσεις, παίζονται «Οι φυλές». Το βραβευμένο κείμενο ανήκει στη Βρετανίδα Νίνα Ρέιν και ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά. Οι ηθοποιοί (Ανδρεαδάκη, Μαυροματάκης, Κουρούμπαλης, Καρατζογιάννης, Τρουφάκου και Μολέσκη) είναι εξαιρετικοί.

Η υπόθεση αφορά μια οικογένεια. Ο ακαδημαϊκός πατέρας λατρεύει τις γλώσσες –και φυσικά τις λέξεις– και προσπαθεί να μάθει κινέζικα, η μητέρα αφουγκράζεται το συναίσθημα και προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα μυθιστόρημα, και ανάμεσά τους τρία παιδιά. Ο πρωτότοκος, που παλεύει να ξεπεράσει τον πατέρα, βρίσκεται ξανά πίσω στο σπίτι, ηττημένος, έχοντας να αναμετρηθεί με τις σκιές του. Ακούει φωνές και το τραύλισμα που τον ταλαιπωρεί από παιδί κάνει πάλι την εμφάνισή του. Η κόρη επιθυμεί να κάνει καριέρα στην όπερα, όμως δεν έχει τα κότσια να υποστηρίξει αυτό που απαιτεί μια τέτοια ενασχόληση, μένει και αυτή στο σπίτι άπραγη, ματαιωμένη. Ο μικρός γιος είναι κωφάλαλος.

Μεγαλώνει ανάμεσα σε ακούοντες, που χρησιμοποιούν τη γλώσσα με παραπάνω από επαρκή τρόπο, και ο ίδιος σε όλη του τη ζωή παλεύει να επικοινωνήσει με τις λίγες φράσεις που μπορεί, σε ταχύτητες που τον υπερβαίνουν. Δεν κατέχει τη νοηματική, τη γλώσσα που είναι πιο κοντά σε εκείνον, δεν του επιτράπηκε να χρησιμοποιήσει άλλη γλώσσα πέρα από τις λέξεις.

Στη ζωή τους, σαν μια αδρή ανάμνηση του «Θεωρήματος» του Παζολίνι, έρχεται στο σπίτι η κοπέλα του μικρού, μια όμορφη καλοφτιαγμένη ύπαρξη. Εκείνη δεν είναι εκ γενετής κωφάλαλη, χάνει σταδιακά την ακοή της, μιλάει κανονικά αλλά γνωρίζει καλά τη νοηματική γλώσσα. Η νεαρή λειτουργεί για όλη την οικογένεια σαν ένας καθρέφτης, σαν ενδιάμεσος χώρος όπου στη δική της ύπαρξη –ανήκει λίγο από εδώ και λίγο από εκεί– προβάλλονται όλες οι στρεβλώσεις και παθολογίες της οικογένειας, όλες οι ανεπάρκειες όχι μόνο των κωφαλάλων, αλλά κυρίως των ακουόντων.

Θαύμασα το κείμενο της Ρέιν. Σε μια εποχή που αναζητείται –δικαίως σε κάποιες στιγμές, σε ακραία μορφή κάποιες άλλες– το πολιτικώς ορθό, τολμάει να μιλήσει για φαινόμενα, πρόσωπα, αναπηρίες, με έναν τρόπο άμεσο, γυμνό, σαρκαστικό, απελευθερωτικό και, φυσικά, καθόλου πολιτικώς ορθό. Είναι σημαντικό το ότι το έργο στέκεται στον ενδιάμεσο χώρο, δεν παίρνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου, αποκαλύπτονται οι ελλείψεις και οι ανθρώπινες ανάγκες σε όλους τους ήρωες.

Ο πατέρας, αυτή η μορφή της αυθεντίας, ισχυρίζεται ότι αν δεν υπήρχαν οι λέξεις δεν θα μπορούσαμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας. Εχει χτίσει όλη του τη ζωή σε αυτό, τη στιγμή που έχει γεννήσει ένα κωφάλαλο παιδί. Την ίδια στιγμή αναζητεί λέξεις, μαθαίνει κινέζικα, γράφει, διαβάζει, σαν να μην υπάρχουν όμως άλλα συναισθήματα, πέραν ενός: του ανταγωνισμού. Ολη του η ζωή είναι η αναζήτηση του καλύτερου.

Από την άλλη, η μητέρα κάνει υπερβολική χρήση της ενσυναίσθησης. Ενώ θα λέγαμε ότι εκεί λειτουργεί το συναίσθημα, παρ’ όλα αυτά κι εκείνη χρησιμοποιεί τη λεκτική κατανόηση με τον ίδιο τρόπο όπως και ο πατέρας την αυθεντία, εγκλωβιστικά, ασφυκτικά. Οι δυο τους έχουν δημιουργήσει ένα γονεϊκό ζεύγος μέσα από το οποίο δεν ξεφεύγει κανείς. Κανείς δεν είναι αρκετά διανοούμενος σαν τον πατέρα, κανένα σπίτι δεν έχει τέτοια κατανόηση και ελευθερία σαν το σπίτι που έφτιαξε η μητέρα. Εκεί μέσα τα ενήλικα παιδιά, που ψάχνουν εναγωνίως τη δική τους ταυτότητα, χτυπιούνται από τοίχο σε τοίχο, σαν τα ποντίκια που έχουν καταπιεί το ποντικοφάρμακο και δεν έχουν ακόμη ξεψυχήσει.

Ο κωφάλαλος παλεύει να κάνει την τομή. Αμφισβητεί τον πατέρα. Αναζητεί μέσω του έρωτα τη νοηματική που στερήθηκε, που του στέρησαν οι γονείς. Φεύγει από το σπίτι για να αναζητήσει τη δική του ζωή, να κάνει τελικά τα δικά του λάθη.

Σκέφτομαι πολύ συχνά ότι οι γονείς φτιάχνουν μέσα από την ελευθερία, την ανοχή, την αποδοχή έναν ασφυκτικό πυρήνα για τα παιδιά τους. Στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένα κέλυφος για να ανήκουμε κάπου, δημιουργείται η οικογένεια σαν τη μόνη αλάθητη οδό επιβίωσης απέναντι σε έναν κατακερματισμένο ή εχθρικό κόσμο. «Εδώ ανήκεις», λέει η μητέρα στον κωφάλαλο, που νιώθει σαν σπίτι του τους δασκάλους της νοηματικής, στην προσπάθεια να τον τραβήξει πίσω, να τον ξαναφέρει στο μαντρί σαν το απολωλός πρόβατο. Τη στιγμή όπου ο ίδιος ο πατέρας κάνει ανυπόφορο το «οικείο».

Κανείς δεν σκέφτηκε ότι ίσως υπάρχει και μία άλλη γλώσσα, που ενώνει τον κόσμο της Βαβέλ. Η γλώσσα της σιωπής. Της αδυναμίας καμία φορά να κατανοήσουμε ποιο είναι το παιδί μας. Ή της αποδοχής ότι ο γονέας δεν τα ξέρει όλα, δεν είναι τα πάντα για το παιδί του. Η γλώσσα της σιωπής αν συνδυαστεί με εσωτερικότητα, με σκέψη, μπορεί να γίνει ένα νέο σπίτι για τον άνθρωπο. Ενα σπίτι όπου δεν χρειάζεται κανείς να αποδείξει τίποτα και για κανέναν.  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ