Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Νικολάς Μαδούρο: Αντι-πραξικοπήματα

Οντως. Στη Βενεζουέλα έγινε πραξικόπημα. Για την ακρίβεια, δεν έγινε. Γίνεται. Ενα διαρκές πραξικόπημα βρίσκεται σε εξέλιξη τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2015, οπότε η αντιπολίτευση έκανε το λάθος να κερδίσει το κόμμα του Μαδούρο στις βουλευτικές εκλογές. Εκτοτε, το ήδη αυταρχικό καθεστώς του Καράκας άρχισε να μετασχηματίζεται ταχέως σε κανονική δικτατορία. Ο πρόεδρος φρόντισε πρώτα να ελέγξει το ανώτατο δικαστήριο και διά του δικαστηρίου να σφετεριστεί τις εξουσίες του νομοθετικού σώματος.

Τίποτε από όλα αυτά δεν θα χρειαζόταν να συζητάμε αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέμενε να αναγνωρίζει τον Μαδούρο ως «εκλεγμένο πρόεδρο», καταγγέλλοντας την προσπάθεια ανατροπής του από την αντιπολίτευση ως πραξικόπημα. Δεν είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να έχει πιο πρακτικούς λόγους, πέρα από την παράδοση αριστερού απολογητισμού υπέρ των «λαϊκών δημοκρατιών», για να στηρίζει τον Μαδούρο. Εκδηλώνεται ταυτόχρονα κι ένα «καλοπροαίρετο» ρεύμα στήριξης του καθεστώτος της Βενεζουέλας, εκπορευόμενο από τα παλιά, αγνά αντιιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά.

«Εκλεγμένος πρόεδρος»; Ακολουθώντας μια μέθοδο όχι άγνωστη στους Ελληνες συντρόφους του, ο Μαδούρο δεν περίμενε τις εκλογές για να «πάρει την εξουσία». Το ερώτημα είναι πώς περιμένουν οι εδώ απολογητές του να αντιδράσουν εκεί οι πολίτες; Ποια θα ήταν η δημοκρατικώς ορθή συμπεριφορά; Να υπομείνουν; Να απόσχουν; Να διαδηλώσουν; Να φύγουν, τέλος πάντων, από τη χώρα;

Προτού φτάσουμε στα όπλα, όλα αυτά είχαν ήδη συντελεστεί. Οι Βενεζουελανοί στερήθηκαν τα φάρμακα, το ρεύμα, τα τρόφιμα. Στην πιο μαζική και πιο ειρηνική διαμαρτυρία, οι περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους δεν μετείχαν στις περυσινές προεδρικές «εκλογές». Πάνω από τρία εκατομμύρια πολίτες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τα τελευταία τρία χρόνια.

Είναι μήπως όλα αυτά προϊόντα αμερικανικής συνωμοσίας – από τον Αμερικανό πρόεδρο, που ο ίδιος ο Τσίπρας έχει χαιρετίσει ως δύναμη του καλού;

Στη Λιβύη, όπου οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι παρενέβησαν μόνο από αέρος –για να μην κατηγορηθούν ότι θέλουν να καταλάβουν τη χώρα– ο δικτάτορας εξουδετερώθηκε, αλλά η δημοκρατία ακόμη αναζητείται. Στη Συρία, όπου τα πρώτα χρόνια οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι έμειναν περιδεώς αμέτοχοι, ο δικτάτορας απλώς εξολόθρευσε τον λαό «του» και διέλυσε τη χώρα «του».

Στην κατάσταση όπου έχει βρεθεί η χώρα της Λατινικής Αμερικής δεν μπορεί να φανταστεί κανείς καλό τέλος. Η ιστορία εκτυλίσσεται στον γκρίζο ορίζοντα της ηθικής αμφιβολίας. Υπάρχει το κακό. Και το λιγότερο κακό. Πραξικόπημα και αντιπραξικόπημα. Δικτατορία με μανδύα εκλογών. Και εκδημοκρατισμός με χρεία πυγμής.

Μάνος Τσαλιάγκος: Υιοθετώντας την ευθύνη

Τίποτε δεν ήταν διαφορετικό την 23η Ιουλίου του 2018. Τίποτε δεν είχε αλλάξει στον βιορρυθμό του ελληνικού κράτους. Η ευθυνοφοβία των υπαλλήλων ήταν η ίδια ευθυνοφοβία που συναντάς στην εφορία ή στην πολεοδομία. Η ανάγκη τους να έχουν για όλα έγκριση «από ψηλά» –από τους «στρατηγούς»– ήταν η ίδια ανάγκη που τους καθιστά ανέκαθεν ιμάντες γραφειοκρατικής αβουλίας.

Τίποτε δεν ήταν διαφορετικό τη μέρα που κάηκε το Μάτι. Η διοίκηση, ακόμη και τα –ας πούμε– «μάχιμα» σώματα ασφαλείας, δρούσαν και αποφάσιζαν με τον κουτοπόνηρο πολιτικαντισμό που τους έχει ενσταλάξει η πολιτική τάξη που τα καθοδηγεί. Ποιος θα εξυπηρετηθεί; Ποιος θα σωθεί; Αυτός που έχει βύσμα. Η μούρη που «τα έχει καλά με τα κανάλια». Πρόσεξε, συνάδελφε, «να μην μπλέξουμε».

Ολα αυτά θα ήταν σκέτη ρουτίνα – υστερικές μαρμαρυγές της ελληνικής κοινοτοπίας. Θα ήταν, αν η κοινοτοπία δεν απέβαινε φονική. Το σύστημα που τρώει συνήθως τον χρόνο των θυμάτων του –που, ενίοτε, τους τρώει από την τσέπη και κανένα φακελάκι– εκείνη την ημέρα έτρωγε ζωές.

Το «σύστημα»; Τι υποδηλώνει άραγε αυτός ο όρος; Δεν δικαιώνει τους (αν)αρμόδιους που, μιλώντας για τις «διαχρονικές παθογένειες του συστήματος», διεκδικούσαν την ανευθυνότητά τους; Δεν εμπεδώνει τη μοιρολατρία για την αυτόματη διαιώνιση μιας αδιόρθωτης πραγματικότητας – για το φιάσκο που πέπρωται να φέρει φιάσκο, που θα ξαναφέρει φιάσκο;

Ο Μάνος Τσαλιαγκός, επικεφαλής στο πυροφυλάκιο του Δήμου Ραφήνας, είδε την πρώτη εστία. Η δική του ήταν από τις πρώτες εναγώνιες φωνές που ακούγονται να τηλεφωνούν στο συντονιστικό. Εχοντας κυνηγήσει τη φωτιά, βρέθηκε λίγες ώρες μετά στη θέση να προσπαθεί να σβήσει το φλεγόμενο κορμί μιας γυναίκας με μπουκάλια εμφιαλωμένου νερού: «Ο ένας, ο συνάδελφος, ξεβίδωνε μπουκάλια. Εγώ της έριχνα νερό και με τα χέρια μου έβγαζα τα κάρβουνα που είχαν κολλήσει στο σώμα της».

Ο Τσαλιαγκός δεν επικαλείται καμία «παθογένεια». Δεν καταγγέλλει. Δεν μεμψιμοιρεί. Αποστρέφει το βλέμμα του σαν από ντροπή και δαγκώνει τα χείλη του για να μην κλάψει, όταν θυμάται ότι του τηλεφώνησε ένας δικός του άνθρωπος και τον ρώτησε: «Γιατί το άφησες κι έγινε αυτό;».

Παράξενο. Αντί να την κλωτσήσει «ψηλά», ο δημοτικός υπάλληλος υιοθετεί την ευθύνη που οι υπουργοί άφησαν ορφανή. Σπάει, επειδή, εννιά μήνες μετά, ακούει ακόμη μια οικεία φωνή να τον ρωτάει «γιατί;». Γιατί το άφησες κι έγινε;

Πολύ παράξενο. Η ύπαρξη ενός τέτοιου προσώπου αρκεί για να δείξει ότι η αλυσιδωτή ανευθυνότητα δεν είναι τάχα αναπόδραστο «σύστημα». Η σκαρτοψυχιά δεν είναι μοίρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ