Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η «αριστερική ελληνική ως Νεο-γλώσσα»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «Νεο-γλώσσα», όρος που τον χρωστάμε στο «1984» του Οργουελ, δεν παράγει απαραιτήτως νέες λέξεις. Είναι αποτελεσματικότερη δε όταν έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί λέξεις κοινές και γνώριμες σε όλους διαστρέφοντας τη σημασία τους. Διόλου δύσκολο για την ελληνική, την τόσο ταπεινωμένη από τις καταχρήσεις, πολιτικές, κοινωνικές, ακόμη και καλλιτεχνικές. Οταν ξέρεις ότι απευθύνεσαι στα παιδιά της «ημετέρας παιδείας», όταν ξέρεις ότι η εκπαίδευση διδάσκει στα παιδιά την περίπου γλώσσα που χρησιμοποιούν για να πάρουν βαθμό στην έκθεση ιδεών και να παπαγαλίσουν τις υπόλοιπες γνώσεις τους, τότε το έργο σου είναι εύκολο. Εχουν δουλέψει άλλοι για σένα, πριν από σένα. Δεν σου χρειάζεται καν η οργάνωση και η μεθοδικότητα του κράτους του Μεγάλου Αδελφού. Μπορείς και με τα φτηνά εργαλεία που διαθέτει η ελληνική πολιτική ζωή.

Πάρτε τη λέξη «πραξικόπημα». Το Λεξικό Δημητράκου την ορίζει ως εξής: «Αιφνιδιαστική πολιτική ή στρατιωτική ενέργεια των κυβερνώντων την χώραν παραβιάζουσαν τον καταστατικόν χάρτην και περιορίζουσα τας ελευθερίας του λαού». Είναι μάλλον προφανές ότι ο συντάκτης του λήμματος στη δεκαετία του ’50 είχε υπόψη του την 4η Αυγούστου. Εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, με την εμπειρία της 21ης Απριλίου, εκτός από τους κυβερνώντες και στελέχη του κρατικού μηχανισμού τα οποία στρέφονται εναντίον των κυβερνώντων, παραβιάζουν το σύνταγμα και περιορίζουν τις ελευθερίες του λαού.

Δεν ισχυρίζομαι ότι το πραξικόπημα ταυτίζεται με τη δράση των τεθωρακισμένων. Η παραβίαση του καταστατικού χάρτη της χώρας μπορεί να γίνει και με την κατάλληλη χρήση των κοινοβουλευτικών θεσμών. Μπορούμε να μιλήσουμε για αποτυχημένο πραξικόπημα στην περίπτωση της Τουρκίας του Ερντογάν; Μπορούμε. Μπορούμε να μιλήσουμε για πραξικόπημα στην περίπτωση της Βενεζουέλας; Εχουμε μια αντιπολίτευση, διωκόμενη, η οποία καλεί τον λαό να εξεγερθεί κατά της κυβέρνησης. Δεν χρησιμοποιεί τη δύναμη του στρατού, ο οποίος παραμένει πιστός στην κυβέρνηση. Ζητάει όμως τη συμπαράστασή του στο όνομα του λαού, ο οποίος έχει καταδικασθεί στην απόλυτη φτώχεια, στην απουσία στοιχειωδών αγαθών, ακόμη και του ηλεκτρικού ρεύματος, και το κυριότερο, στο όνομά του ζητάει εκλογές. Ο επικεφαλής της, θα μου πείτε, έχει αυτοανακηρυχθεί πρόεδρος της χώρας. Αν όμως δεν είχε τη δυνατότητα να κινητοποιήσει τον λαό, κι αν δεν τον είχαν αναγνωρίσει τόσα κράτη σε όλον τον κόσμο, θα ήταν απλώς ψώνιο. Ο Γκουαϊδό δεν είναι ψώνιο. Δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον Μαδούρο.

Και τώρα ας έλθουμε στη δική μας «Νεο-γλώσσα». Η κυβέρνησή μας και τα όργανα επικοινωνίας που διαθέτει έχουν βαφτίσει «πραξικόπημα» την εξέγερση στη Βενεζουέλα. Οι σχέσεις της με το καθεστώς Μαδούρο παραμένουν σκοτεινές. Το ερώτημα είναι ποιες είναι οι σχέσεις της με την κοινή γνώμη της δικής της χώρας. Πώς θα χαρακτήριζε τις υποκινούμενες ώς ένα σημείο από τον ΣΥΡΙΖΑ διαδηλώσεις των «Αγανακτισμένων» εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην κυβέρνηση και η τότε κυβέρνηση στην αντιπολίτευση; Η περίφημη αγανάκτηση του ελληνικού λαού για τα μνημόνια θα ήταν «πραξικόπημα». Δεν ενδιαφέρουν τόσο οι υποθέσεις για το παρελθόν. Και αν ανησυχεί η σύμπλευση του ΣΥΡΙΖΑ με το καθεστώς Μαδούρο είναι επειδή αποτελεί σύμπτωμα της εις βάθος ασθένειάς του, του τρόπου με τον οποίον αντιμετωπίζει τη δημοκρατία που υποτίθεται ότι τη διασφαλίζει ως προνομιούχος διαχειριστής της. Τι θα έκανε σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ εάν βρισκόταν αντιμέτωπος με τον λαό στους δρόμους;

Η «Νεο-γλώσσα» δεν είναι αθώα. Εχει πολιτικό βάρος. Σε αυτήν θα πρέπει να χρεώσουμε και την κατηγορία «φασίστας», που απευθύνεται σε όποιον δεν διαθέτει πιστοποιητικό αριστερών φρονημάτων. Σε αυτήν και την κατηγορία περί «εθνικισμού» και «ακροδεξιάς» σε όποιον τολμάει να διαφωνεί με τη συνθήκη των Πρεσπών και να το δηλώνει δημοσίως. Ο Τσίπρας αποκαλεί τον Μητσοτάκη «ακροδεξιό» και τον κατηγορεί για σύμμαχο του Ορμπαν, ενώ είναι ο πρώτος που ζήτησε την αποπομπή του από το ΕΛΚ. Εδώ δεν χρειάζονται επιχειρήματα. Η «Νεο-γλώσσα» λειτουργεί σαν μαγικό ραβδί. Μουδιάζει τη σκέψη και γι’ αυτό δεν ενδιαφέρεται και για τις εσωτερικές της αντιφάσεις. Ο Μητσοτάκης είναι «ακροδεξιός», αλλά συγχρόνως και «νεοφιλελεύθερος». Τρέχα-γύρευε.

Η «αριστερική Νεο-Γλώσσα» βολεύει ώς ένα σημείο. Τα στερεότυπά της δημιουργούν ασφάλεια στο κοινό της. Βολεύει επίσης, αφού μπορεί να καλύψει το κενό της πολιτικής. Είναι ένα από τα έργα της καταστροφής που μας αφήνει ως κληροδότημα η τετραετία. Εκτός από τον κρατικό μηχανισμό, εκτός από την οικονομία, εκτός από την εκπαίδευση, η Ελλάδα θα πρέπει να αποκαταστήσει τα δικαιώματα της γλώσσας απέναντι στη «Νεο-Γλώσσα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ