ΒΙΒΛΙΟ

«Φτάνει που συνεννοηθήκαμε χωρίς πολλά»

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

«Εποχιακά χαϊκού», «Τα καινούρια ρούχα του βασιλιά», «Οι λέξεις μου» και το «Βιβλίο Ιούλιος Βερν», οι τέσσερις ενότητες της ποιητικής συλλογής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ
Μαζί τ’ ακούγαμε
Ποιήματα
εκδ. Πατάκη, σελ. 70


Συνάντησα τις λέξεις της Μαρίας Τοπάλη μέσα σε ένα διεθνές αεροδρόμιο, σε αυτά τα τεράστια όπου ο ταξιδιώτης πρέπει να κρατά ετοιμοπόλεμο στην άκρη του στόματος το οπλοστάσιο όλων των γλωσσών που γνωρίζει, οικείων και ανοίκειων. Μια από τις μεταμοντέρνες συνθήκες της σύγχρονης ζωής που σε κάνουν να αισθάνεσαι εναλλάξ απολύτως ελεύθερος και βαθιά μόνος. Για όσους ασχολούνται με τη γραφή, οι λέξεις γίνονται βάσανο και αποκούμπι, επίσης εναλλάξ. Το ξέρει αυτό η ποιήτρια, που είναι επίσης μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμασμένη επί χρόνια στην προσπάθεια συγκατοίκησης με τον γραπτό λόγο. Γράφει «Πάρε τη λέξη και δοκίμασε να περπατήσεις». Και πιο κάτω: «Η μάνα μου ταΐζει πέντε λέξεις-γάτες / γιατί πιστεύει / πως δεν έχουν ημερομηνία λήξης». Και: «…όμως εγώ / φοβάμαι πιο πολύ / τις λέξεις που πεινάνε στη σιωπή».

Τέλος πάντων, η τελευταία της ποιητική συλλογή «Μαζί  τ’ ακούγαμε», είναι ένα λεπτό βιβλίο 70 σελίδων που χώρεσε θαυμάσια στη χειραποσκευή μου. Αυτή είναι η πρακτική πλευρά της ποίησης: ελαφριά, εύπλαστη, προσαρμοστική, συντροφική, ανακουφιστική. Η Τοπάλη το περιέγραψε καλύτερα σε μια πρόσφατη συνέντευξή της (diastixo.gr, 25/2/19): «Η ποίηση είναι μια κάψουλα ιδιαίτερα δραστική, και μάλιστα βραδυφλεγής [...] η ποίηση είναι μια υπόθεση αισθήσεων και παραισθήσεων».

Στα λόγια της εγώ άκουσα πως η ποίηση είναι συστατικό θεραπείας, ένα φάρμακο που θα έπρεπε να έχω στο ταξιδιωτικό σακίδιο για κάθε ενδεχόμενο. Για τα απρόοπτα του πλάνητα σύγχρονου βίου: το άγχος της απογείωσης, τις κρίσεις πανικού μπροστά στον τεράστιο πίνακα ανακοινώσεων των πτήσεων, τη διαταραχή ταυτότητας στα τράνζιτο των αεροδρομίων, το κλάμα του αποχωρισμού από τους αγαπημένους στην αίθουσα αναχωρήσεων, τον φόβο της απώλειας γύρω από την κυκλικό ιμάντα των αποσκευών, την προσδοκία μιας νέας ζωής που λανθάνει κάθε φορά που περνάς την πύλη των αφίξεων – ένας, νομίζεις, καινούργιος άνθρωπος. Με τα δικά της λόγια στο ποίημα «Δρομολόγιο»: «Και πάμε τώρα / κατευνασμένοι / καθένας τυλιγμένος στις φασκιές της κούρασής του. Φτάνει που συνεννοηθήκαμε χωρίς πολλά». Η ποίηση είναι παραμυθία, είναι παρηγοριά.

Το βιβλίο είναι η τέταρτη ποιητική της συλλογή και διαθέτει όλα τα στοιχεία της γραφής της: θαρραλέα αυτοσαρκαστική, κοινωνικά ανήσυχη, έτοιμη να ρισκάρει στο να αγαπήσει και να θυμώσει. Διατεθειμένη, με λίγα λόγια να εκτεθεί μιλώντας για τη ζωή, την κανονική, αυτή που συμβαίνει εδώ απέξω. Στις μέρες μας οι ποιητές έχουν, ως φαίνεται, πάρει μια γενναία απόφαση: Να μην αφήσουν την τέχνη τους να πέσει στα αζήτητα – λίγοι αναγνώστες, όλο και λιγότεροι μεταξύ των νέων. Να μην ξεχαστεί σαν αγαπημένη γηραιά θεία που τη θυμόμαστε στην επέτειο της αποδημίας της με συγκίνηση. Γι’ αυτό βουτούν μέχρι τη ρίζα των λέξεων –που είναι τα γράμματα κι οι φθόγγοι, αλλά και οι κραυγές, οι ήχοι των συναισθημάτων–, και αναδύονται με τα ευρήματά τους, τα οποία παρουσιάζουν σε δυναμικές περφόρμανς-αναγνώσεις. Η Μαρία Τοπάλη συμμετέχει σε αυτές τις νέες ποιητικές κοινότητες, τα μέλη των οποίων εκτός από τα ευγενικά, κομψά βιβλία τους έχουν επίσης δυνατή θεατρική φωνή και ενεργητικότητα. Οι δικές τους λέξεις δεν μένουν με σταυρωμένα χέρια μπροστά στη ζωή. «Οι λέξεις μου στην κρίση; Αυτό το ξέρει κι ο χαζός: δεν έχουνε πια στύση!» γράφει η Τοπάλη.

Και αίφνης –τι χαρά!– εμφανίζεται ο Ιούλιος Βερν στην τέταρτη ενότητα της συλλογής – οι άλλες τρεις τιτλοφορούνται «Εποχιακά χαϊκού», «Τα καινούρια ρούχα του βασιλιά», «Οι λέξεις μου», η καθεμιά με τη δική της θεματική και μορφολογική αυτοτέλεια. Ο αναγνώστης, όπως κι ο ποιητής, διαλέγει κατά βούληση τη δική του γωνιά για να απαγκιάσει, εκεί όπου ο στίχος και ο ρυθμός βρίσκουν τον παλμό της παιδικής φωνής που ακόμη διατηρείται εντός τους. Το «Βιβλίο Ιούλιος Βερν», είναι –το γράφει η ποιήτρια– «μια παλιά οικογενειακή υπόθεση». Και σαν κάθε οικογενειακή υπόθεση είναι μια περιπλάνηση στην προσωπική μυθολογία και τους ήρωές της, εκτός χρόνου, σε απάτητα ψυχικά μονοπάτια. Δηλαδή στο κατεξοχήν ποιητικό πεδίο. «Της γιαγιάς ο πατέρας δούλευε σε ένα φούρνο. / Είχα προπάππου σ’ ένα φούρνο στη Σιβηρία. Ιρκούτσκ. Ο σκούφος κόκκινος λέω πως έδενε κάτω από τον λαιμό. / Εκείνη; / Μια κούκλα! / Δεκατριών; Δεκατεσσάρων; / -Παππού!!!! / Ηταν ανάγκη να ανοίξω αυτό το βιβλίο. Ηταν να μπω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ