Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Δημήτρης Κουφοντίνας: Το συνδικάτο

Η τρομοκρατία στην Ελλάδα ξεχωρίζει. Επέζησε για περίπου δύο δεκαετίες αφότου το φαινόμενο είχε εξαλειφθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ξεχωρίζει κυρίως επειδή, ακόμη και μετά την καθυστερημένη εξάρθρωσή της, βρήκε χώρο να επανεμφανιστεί μετά το 2008, στρατολογώντας μια νέα γενιά.

Οι ασυνέχειες του κράτους –το ακορντεόν της απόδοσης των υπηρεσιών, ανάλογα με τον σφυγμό της εκάστοτε ηγεσίας– επέτρεψαν στη νέα γενιά να αποκτήσει ερείσματα, ακόμη κι όταν οι πυρήνες της βρέθηκαν στη φυλακή. Ο «Χώρος» αναζωογονήθηκε σε όλες του τις εκφάνσεις.

Η αλλόκοτη ιδιαιτερότητα του «Χώρου» σήμερα είναι ότι, παρότι κατ’ όνομα αντιεξουσιαστικός, δεν στρέφεται κατά της κυβερνητικής εξουσίας. Οι αντιεξουσιαστές –που με «συμβολική» βία προπαγανδίζουν την κανονική, αιματηρή βία– στρέφονται κατά της αντιπολίτευσης. Οχι μόνο κατά των κομμάτων της αντιπολίτευσης –της Ν.Δ. και του τακτικώς πυρπολούμενου ΠΑΣΟΚ– αλλά εναντίον όποιου αρθρώνει αντιπολιτευτικό λόγο, στα ΜΜΕ, στα πανεπιστήμια.

Ακόμη και το πρόσφατο κύμα επιθέσεων, για τη συμπαράσταση στον Κουφοντίνα, πλήττει περισσότερο την αντιπολίτευση, και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο. Πώς πρέπει να ερμηνεύσει κανείς αυτή την παραδοξότητα;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Από τη μια, είναι η εξουσία που άλλαξε τους κανόνες  – που υπολαμβάνει τους εχθρούς του κράτους δικαίου ως «συλλογικότητες» και διαπραγματεύεται μαζί τους· που έχει επιχειρησιακά εφαρμόσει το δόγμα του άκακου «ακτιβισμού». Από την άλλη, ο «Χώρος» είναι αντιμέτωπος με ένα κόμμα που διαμηνύει ότι όταν έρθει στα πράγματα επείγεται να τελειώνει –κατασταλτικά και πολιτικά– με τον αναχρονισμό της «πολιτικής» βίας όλων των βαθμών.

Κάπως έτσι το αντιδημοκρατικό περιθώριο έχει φτάσει να καθιερωθεί ως παράγοντας της δημόσιας ζωής. Δεν κάνει χύμα διαμαρτυρία. Επιλέγει στόχους ανάλογα με τη στάθμιση των συμφερόντων του. Χρησιμοποιεί τα media –για να κάνει τρομοκρατικό lobbying– να απευθύνει απειλές. Ζητάει «παροχές» – εξαιρέσεις από τον νόμο.

Επιχειρεί μέχρι και εκμετάλλευση του προεκλογικού κλίματος.

Η εικόνα αυτή –ενός ανορθόδοξου, αλλά υπερεπιδραστικού συνδικάτου, με «άκρες»– δικαιώνει όσους έλεγαν ότι ο Κουφοντίνας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν τους άλλους κρατουμένους για τη «17 Νοέμβρη». Ο αμεταμέλητος κατάδικος δεν έστερξε ποτέ να υπαχθεί αθόρυβα στα ευεργετήματα του νόμου. Χρησιμοποιεί τον νόμο για να τον καταλύσει. Για να δικτυωθεί και να ικανοποιήσει τον ναρκισσιστικό ιδεασμό μιας παλινόρθωσης. Γι’ αυτό και συμπεριφέρεται όχι τάχα σαν κρατούμενος που διεκδικεί ίση μεταχείριση, αλλά σαν ηγέτης ενός κλάδου. Σαν Θύμιος της τρομοκρατίας.

Αρης Βελουχιώτης: Η μεγάλη ανατριχίλα

Για τον Αλέξη Τσίπρα, η ομιλία που εκφώνησε τον Οκτώβριο του 1944 στην πλατεία της Λαμίας ο Αρης Βελουχιώτης είναι «η πιο συναρπαστική που έχει εκφωνηθεί ποτέ σε τούτο τον τόπο». Αν δοκιμάσει κανείς να την ξαναδιαβάσει ολόκληρη, θα βρει ότι πρόκειται για ένα κείμενο που δεν πάλιωσε καλά.

Παράδειγμα: Πριν από το χωρίο που εκφώνησε ο Τσίπρας –για τα «χρόνια απάτης και ρεμούλας που μας ρίξανε μέσα στην εξαθλίωση»– ο Αρης είχε εξηγήσει πώς η «αντίδραση, ντόπια και ξένη» είχε ευνουχίσει «τον λαϊκό χαραχτήρα» της Επανάστασης του 1821. Πώς; «Κολλώντας στον σβέρκο της πατρίδας μας τον Γιάννη Καποδίστρια».

Μπορεί να τσιμπολογήσει κάποιος και άλλες φράσεις που, αποσπασμένες από τα ιστορικά συμφραζόμενα της σκοτεινής, προεμφυλιακής εποχής, ηχούν ακόμη πιο ανοίκειες («Ναι, σφάξαμε κι είμαστε έτοιμοι να ξανασφάξουμε, αν χρειαστεί»). Αλλά το θέμα δεν είναι ο Βελουχιώτης. Το ενδιαφέρον θέμα είναι ο πρωθυπουργός που τον επικαλείται σήμερα σαν εκλογικό δέλεαρ, επειδή τον βρίσκει «ανατριχιαστικά επίκαιρο».

Τι είναι επίκαιρο στον λόγο της Λαμίας; Σίγουρα τα σημεία που με σημερινούς όρους ηχούν «αντισυστημικά» – για τους ισχυρούς που «ξεζουμίζουν» και κλέβουν τον λαό· για τις ξένες δυνάμεις που συνωμοτούν εναντίον του. Επίκαιρα έχουν ξαναγίνει και τα κλισέ που συνδυάζουν την κομμουνιστική συνωμοσιολογία με τον σωβινισμό για τη χώρα που «ήτανε (πριν από 2.500 χρόνια) δοξασμένη, μα αργότερα την υποδούλωσαν κι έχασε την παλιά της αυτή δόξα». Παλιός, αλλά και εντελώς σύγχρονος εθνικολαϊκισμός.

Επίκαιρος είναι, εντέλει, και ο τρόπος με τον οποίο τότε ο Βελουχιώτης επιχειρούσε να εμφανίσει τον εαυτό του ως συνεχιστή των αγωνιστών του 1821 – περίπου με τον τρόπο που ο Τσίπρας επιχειρεί σήμερα να δανειστεί έρεισμα από την αναμυθολόγηση της Ιστορίας, συνδέοντας τον εαυτό του με τον Βελουχιώτη.

Οσα ακούγονται σημερινά από το 1944, είναι εκείνα που ο ίδιος ο Τσίπρας εισήγαγε από μια ρωγμή της Ιστορίας –την κρίση– στη σκηνή του παρόντος. Είναι τα αρχαϊκά αφηγηματικά σχήματα που ο ΣΥΡΙΖΑ ανακύκλωσε σαν δημαγωγικά του εργαλεία.

Οσοι προσπαθούν ακόμη να ταξινομήσουν τον Τσίπρα –ακολουθώντας τον από το νταούλι στο κότερο και από τον παππού στον εγγονό Κόκκαλη– λένε πως ο πρωθυπουργός δεν πιστεύει τίποτε. Υπάρχει, όμως, κι ένα ενδεχόμενο χειρότερο από αυτό: Να πιστεύει ταυτόχρονα τα πιο αντιφατικά πράγματα. Να καθοδηγείται από αντίπαλες φαντασιώσεις. Να πιστεύει ότι είναι Ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης και βουτυράτη μετενσάρκωση του Βελουχιώτη.

Ανατριχιαστικά επίκαιρο. Περισσότερο ανατριχιαστικό, παρά επίκαιρο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ